by Maria Diakaki

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Η Βιάννος δεν έβγαλε ποτέ τα μαύρα...

Πηγή: candianews.gr

- Σαν σήμερα, το '43, άρχιζε η σφαγή από τους ναζί- Η συγκλονιστική καταγραφή της επιτροπής Καζαντζάκη (φωτο)

Μητέρες και γυναίκες των εκτελεσμένων στα Αμιρά, σε μνημόσυνο μετά την κατοχή

Μητέρες και γυναίκες των εκτελεσμένων στα Αμιρά, σε μνημόσυνο μετά την κατοχή
Μια επαρχία ολόκληρη μαυροντύθηκε. Μα δε λύγισε, ούτε στιγμή. Ήταν πάντα περήφανη. Και τη στιγμή του δράματος. Γιατί είχε ανθρώπους όρθιους.
Ήταν του Τιμίου Σταυρού, το 1943, όταν άρχιζε ο αφανισμός των ανθρώπων και των χωριών της Βιάννου. Οι Γερμανοί, εκδικούμενοι την εκτέλεση της φρουράς τους από τις αντάρτικες ομάδες Μπαντουβά – για την επίθεση αυτή υπήρξε διαφωνία ανάμεσα στις αντιστασιακές οργανώσεις, καθώς το ΕΑΜ δεν συμφώνησε λόγω των αναμενόμενων αντιποίνων- επιτέθηκαν στις 14 Σεπτεμβρίου στα χωριά της επαρχίας. Η σφαγή κράτησε 3 μέρες, μέχρι τις 16 Σεπτεμβρίου, κι έφτασε μέχρι τα δυτικά χωριά της Ιεράπετρας. Αλλά ακόμη και σε κάθε απομονωμένο μετόχι. Βρήκαν το θάνατο 401 άνθρωποι. Εκείνες τις τρεις ημέρες. Πολλοί άλλοι πέθαναν αργότερα από τα τραύματα του σώματος ή της ψυχής.
Η σφαγή δεν περιορίστηκε καν στον ανδρικό πληθυσμό πάνω από 16 χρόνων, όπως ήταν η αρχική διαταγή. Γέροντες ανάπηροι, γυναίκες ανήμπορες, μωρά παιδιά, αγόρια και κορίτσια, βρήκαν το θάνατο, σημαδεμένοι όλοι τους απ’ τη ναζιστική μανία και το μίσος. Οι Γερμανοί έμπαιναν στα χωριά, σκότωναν μαζικά, και μετά, δίπλα στα πτώματα έτρωγαν, έπιναν και συνέχισαν το δρόμο τους… Σε μερικές περιπτώσεις εμφανίζονταν δήθεν «φιλικοί» προς τους κατοίκους, ώστε αυτοί να μην επιχειρήσουν να φύγουν. Και τους παγίδευαν έτσι, ξεκινώντας τη μαζική σφαγή…
Αφορμή, όπως αναφέραμε, ήταν η επίθεση των αντάρτικων ομάδων Μπαντουβά στο φυλάκιο της Σύμης, στις 12 Σεπτεμβρίου 1943. Ήταν όμως μόνο αφορμή. Η αιτία ήταν άλλη. Η αντίσταση ολόκληρης της επαρχίας από την πρώτη ημέρα της κατοχής. Όπως έχει γράψει ο αείμνηστος Γ. Δ. Χρηστάκης, ο ακούραστος ερευνητής της τοπικής ιστορίας, πολύ πριν την γίνει το επεισόδιο στη Σύμη, ο διοικητής της γερμανικής αστυνομίας στο νομό Ηρακλείου, Χάρτμαν, είχε απειλήσει με καταστροφή την επαρχία λόγω της αντίστασης που εκδηλωνόταν. «Θα την κάψω την Βιάννο, γιατί υπάρχει εκεί οργανωμένη αντίσταση και υποθάλπουν αντάρτες και Άγγλους και γιατί είναι φωλιά ανταρτών τα βουνά της» ήταν η απειλή του σε Βιαννίτες που είχαν συλληφθεί για το σαμποτάζ που είχε γίνει τον Ιούλιο του 1943 στο αεροδρόμιο του Καστελλίου της Πεδιάδας.
Από μνημόσυνο στη Βιάννο, μετά την κατοχή
Από μνημόσυνο στη Βιάννο, μετά την κατοχή
Μετά την επίθεση στη Σύμη, ο Γερμανός στρατηγός, Διοικητής του Φρουρίου Κρήτης, Μύλλερ, σε διαταγή του προς τις στρατιωτικές δυνάμεις που εστάλησαν στη Βιάννο ανέφερε: « Καταστρέψτε την επαρχία Βιάννου, εκτελέστε πάραυτα, χωρίς διαδικασία, τους άρρενες που είναι πάνω από 16 ετών και όλους όσους συλλαμβάνονται στην ύπαιθρο ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας».
Δεν υπήρξε σπίτι σε όλη την επαρχία που να μην μαυροφορέθηκε και να μη σημειώθηκε έστω με ένα σταυρό, δείγμα των απωλειών...
Τα γεγονότα
Η φιλόλογος Άννα Μανουκάκη – Μεταξάκη, έχει σημειώσει σε σχέση με τα γεγονότα: "Μετά τη μάχη της Σύμης, αργά στις 12-9-1943 οι αντάρτες αποσύρθηκαν από τα υψώματα της ανατολικής και δυτικής πλευράς της κοιλάδας με τον ένα νεκρό και τους δύο τραυματίες τους ενώ οι Γερμανοί μετέφεραν με πολλά ζώα τους δικούς τους 12 χιλιομ. στην Αν. Βιάννο.
Οι Γερμανοί σκότωσαν τους άντρες που βρήκαν στην Κάτω Σύμη και στον Πεύκο και 2 μέρες μετά τη μάχη, την Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 1943, ημέρα του Τιμίου Σταυρού έβαλαν φωτιά στα 2 χωριά. Ταυτόχρονα, αφού κύκλωσαν τα χωριά Βαχό, Κεφαλοβρύσι, Κρεβατά και Αγ. Βασίλειο, σκότωσαν όλους τους άντρες που δεν πρόλαβαν να φύγουν ή πιστεύοντας στις υποσχέσεις που τους έδωσαν την παραμονή το βράδυ, ότι τάχα κινδυνεύουν έξω και όχι στα σπίτια τους, παρέμειναν.
Ξημερώματα στις 14-9-1943 άρχισαν σε όλα τα χωριά οι ομαδικές εκτελέσεις. Στο χωριό Αμιρά, κάτω από το Ηρώο, εκτελέστηκαν 114 άνδρες. Ύστερα οι Γερμανοί άρχισαν την εκκαθάριση όλης της περιοχής σε πλάτος 5 χιλιομέτρων από την παρασλία (“νεκρή ζώνη”) σκοτώνοντας αδιακρίτως όποιους έβρισκαν, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. 401 νεκροί, ανάμεσά τους οικογένειες που ξεκληρίστηκαν όπως της Κυριακής Συγγελάκη από τα Αμιρά (ο πατέρας και 4 γιοί του) και του Εμμ. Δημητριανάκη από τα (δόχια (5 νεκροί), έγκυες γυναίκες, παράλυτοι, ανάπηροι και γέροι. Παιδιά, όπως εκείνα του Γ. Βερβελάκη από το Κεφαλοβρύσι 8, 12 και 15 χρόνων που βασανίστηκαν και ύστερα κατακρεουργήθηκαν γιατί δεν μαρτύρησαν πού ήταν οι γονείς τους. 300 ομήρους έκλεισαν στο Γυμνάσιο της Βιάννου, από τους οποίους 137 άνδρες από το Καλάμι και το Συκολόγο που αποπειράθηκαν 2 φορές καθ’ όδον να τους εκτελέσουν. Οι 300 που θα εκτελούνταν σίγουρα χωρίς την παρέμβαση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, του τότε αρχιμανδρίτη Ευγένιου Ψαλιδάκη και του Επισκόπου Πέτρας Διον. Μαραγκουδάκη, αφέθηκαν ελεύθεροι στις 25-9-1943.
Στις 14-10, ακριβώς ένα μήνα μετά τις φοβερές εκτελέσεις, ειδικά συνεργεία Γερμανών κατεδάφιζαν και πυρπολούσαν τα χωριά Κεφαλοβρύσι, Κρεββατά Πεύκο, Σύμη, Καλάμι και Συκολόγο των οποίων την εκκένωση από τις 30-9 είχαν διατάξει.
Λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν και τα χωριά της δυτικής Ιεράπετρας Μύρτος, Γδόχια, Μουρνιές και ο οικισμός “Καημένου” της Ρίζας.
Δεν υπήρξε σπίτι σε όλη την επαρχία που να μην μαυροφορέθηκε και να μη σημειώθηκε έστω με ένα σταυρό, δείγμα των απωλειών…
Εικόνα από τα Αμιρά (φωτογραφικό αρχείο Κουτουλάκη)
Η έκθεση «της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη»
Τα όσα δραματικά εξελίχθηκαν εκείνες τις ημέρες στα χωριά της Βιάννου περιγράφει, σε αναλυτική αναφορά, η «Έκθεσις της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη». Είναι η έκθεση που συνέταξαν ο Νίκος Καζαντζάκης και οι πανεπιστημιακοί, Ιωάννης Κακριδής και Ιωάννης Καλιτσουνάκης, οι οποίοι μαζί με το φωτογράφο Κωνσταντίνο Κουτουλάκη εστάλησαν από την τότε κυβέρνηση του Πέτρου Βούλγαρη στην Κρήτη προκειμένου να καταγράψουν τα όσα είχε υποστεί το νησί στη διάρκεια της κατοχής. Η περιοδεία τους και η καταγραφή ξεκίνησε στις 29 Ιουνίου του 1945 και ολοκληρώθηκε στις 6 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς. Επισκέφθηκαν 76 πόλεις, χωριά και οικισμούς, συνάντησαν χιλιάδες πονεμένους, μα ατρόμητους και περήφανους ανθρώπους.
φωτογραφίες από το αρχείο Κουτουλάκη
φωτογραφίες από το αρχείο Κουτουλάκη
Αμέσως μετά παρέδωσαν την έκθεση στην κυβέρνηση. Έκθεση όμως που ουδέποτε αξιοποιήθηκε.
Το κείμενο της έκθεσης εκδόθηκε 38 χρόνια μετά, το 1983, από το δήμο Ηρακλείου. Ως μια ιστορική πλέον αναφορά, αφού, όπως προαναφέραμε, δεν αξιοποιήθηκε από τις πολιτικές αρχές με την απελευθέρωση.
Η Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη επισκέπτεται φυσικά και τη Βιάννο. Μένει επί μέρες στην περιοχή, συζητά με τους ανθρώπους, καταγράφει τα πάντα. Οι μνήμες είναι νωπές, το χώμα ακόμη μυρίζει το αίμα των εκτελεσμένων.
Η έκθεση είναι πολύ λεπτομερής σε σχέση με όλα τα γεγονότα, και άρα αποτελεί πολύτιμη ιστορική μαρτυρία. Αναφέρονται πολλά ονόματα των ανθρώπων που χάθηκαν, ακόμη και ο τρόπος της δολοφονίας τους. Υπάρχει αναφορά για τις καταστροφές που υπέστη κάθε χωριό και μετόχι.
Στη συνέχεια δημοσιεύουμε ολόκληρο το κεφάλαιο της έκθεσης που αναφέρεται στο Ολοκαύτωμα της Βιάννου και των δυτικών χωριών της Ιεράπετρας.
Ο Εμμ. Συμβουλάκης, συλληφθείς καθ’ ην στιγμήν εζήτει να διαφύγη κρατών την τριετήν θυγατέραν του εις τας αγκάλας, περιελήφθη εις την ομαδικήν εκτέλεσιν, υποχρεωθείς να κρατή το τέκνον του. Διαφυγών τας σφαίρας έπεσε κατά γης προσποιηθείς τον νεκρόν· επειδή όμως το νήπιον έκλαιε, ένας γερμανός στρατιώτης το επυροβόλησεν εκ του πλησίον και το εφόνευσεν. Ο δυστυχής πατήρ έμεινεν επί ώρας ακίνητος, με τα αίματα και τον διεσκορπισμένον μυελόν του τέκνου του επί του προσώπου, μέχρις ότου οι γερμανοί, αφού έφαγαν και διεσκέδασαν, απεχώρησαν".
Ο διασωθείς Βιαννίτης Χρηστάκης σε τόπο εκτελέσεων (αρχείο Κ. Κουτουλάκη)
Ο διασωθείς Βιαννίτης Χρηστάκης σε τόπο εκτελέσεων (αρχείο Κ. Κουτουλάκη)
«Την μεγαλυτέραν όμως καταστροφήν υπέστη κατά την περίοδον αυτήν η επαρχία της ΒΙΑΝΝΟΥ  και εις αίμα και εις καταστροφάς χωρίων. Επειδή η επικοινωνία των ανταρτών και των αγγλικών εν Κρήτη υπηρεσιών με την Αίγυπτον εγίνετο κυρίως εκ της νοτίου παραλίας της Κρήτης, οι Γερμανοί ενωρίς είχον κηρύξει όλην την κεντρικήν νοτίαν λωρίδα, από Αγίας Γαλήνης μέχρι Μύρτου, ως νεκράν ζώνην, απαγορεύσαντες εις τους κατοίκους να την πλησιάζουν εις βάθος 3 χιλιομέτρων. Κατ’αυτόν τον τρόπον οι κάτοικοι εστερήθησαν των ευφορωτέρων κτημάτων των. Εν τω μεταξύ εγκατεστάθησαν εις την επαρχίαν Βιάννου 3 γερμανικοί λόχοι, οιτινες ήρχισαν να βασανίζουν τους κατοικους διατρεφόμενοι εις βάρος των, διαρπάζοντας τα σκεύη των οικιών των και τα πολύτιμα αντικείμενά των, επιβάλλοντες εις αυτούς αγγαρείες κτλ. Η αντίδρασις ήτο φυσική· οι ανδρες κατέφυγον εις τα βουνά, με άμεσον επακόλουθον οι Γερμανοί να εντείνουν τας πιέσεις και τας διώξεις επι των χωρίων της Βιάννου.
Κατ’ Ιανουάριον του 1943 συνέλαβον ως ομήρους κόρας προυχόντων, 6 από τον Βαχόν, 9 από τον Αμιράν, 4 από το Κεφαλοβρύσι, 2 από τον Κρεββατάν, 10 από τον Αγ. Βασίλειον κτλ. και τας ενέκλεισαν επί μήνα εις τας φυλακάς της Αγιάς, διά να εξαναγκασθούν οι κάτοικοι να παραδώσουν τα όπλα των.
Επί της Δίκτης, έδρα κατά το θέρος του 1943 το ανταρτικόν σώμα του αρχηγού της Κεντρ. Κρήτης Εμμ. Μπαντουβά ούτος λαβών διαταγάς παρά των Αγγλων να προκαλέση επεισοδια εν Βιάννω, ώστε να απασχοληθή εκεί γερμανικός στρατός, εφόνευσεν εις το χ. Σύμη της Βιάννου δύο Γερμανούς στρατιώτας. Οι Γερμανοί έστειλαν τοτε έναν λόχον εις την Σύμην, οστις εμπεσών εις ενέδραν των ανταρτών εξωθι του χωρίου εις τας 12/9/43 διελύθη αποδεκατισθείς, φονευθέντων 30 και αιχμαλωτισθέντων 12 ανδρών. Συγχρόνως οι αντάρται απηλευθέρωσαν τους 12 ομήρους -μεταξύ των οποίων και ο εφημέριος του Κεφαλοβρυσίου Ματθ. Γιαλαδάκης- τους οποίους οι Γερμανοί είχον συλλάβει εκ των χ. Κεφαλοβρύσι και Πεύκος διά να τους εκτελέσουν επί του τόπου, όπου είχον φονευθή οι δύο Γερμανοί στρατιώται. Την επομένην η γερμανική διοίκησις απέστειλεν εξ Ηρακλείου και Ιεραπέτρας ισχυρά τμήματα στρατού, τα οποία εκύκλωσαν όλην την επάρχία Βιάννου.
Ότι την ήτταν του εχθρού εις την Σύμην θα την επλήρωναν, το εγνώριζον τα πέριξ χωρία, πόσον όμως θα ήτο το τίμημα, δεν ήτο δυνατόν να το φαντασθούν. Πάντως οι άνδρες όλοι απεμακρύνθησαν από των χωρίων αμέσως μετά την μάχην της Σύμης.
Οι Γερμανοί όμως εφήρμοσαν την συνηθισμένη πολιτικήν των. Ελθόντες την 13η Σεπτεμβρίου εις το χ. Αγ. Βασίλειος εφέρθησαν μετά μεγάλης ηπιότητος, βεβαιούντες τας γυναίκας ότι δεν θεωρούν τους χωρικούς υπευθύνους δι’όσα οι αντάρται κάμνουν, και ότι δεν έχουν να πάθουν τίποτε, αρκεί να τους φιλοξενήσουν, όπερ και εγένετο. Επίσης προεκήρυξαν ότι όσοι ευρεθούν εις τας οικίας των δεν πρόκειται να υποστούν καμμίαν τιμωρίαν, αν όμως απουσίαζον, θα ετιμωρούντο αι γυναίκες και τα τέκνα των, και αι οικίαι των θα εκαίοντο, ενώ οι ίδιοι θα εδιώκοντο ως αντάρται. Τα πέριξ χωρία ειδοποιηθέντα αμέσως ανεθάρρησαν και απεφάσισαν να περιποιηθούν και αυτά τους Γερμανούς ερχομένους. Πολλοί από τους άνδρας που είχον απομακρυνθή, επείσθησαν υπό των γυναικών των και επανήλθον.
Την επομένην, 14/9, εορτήν της Ανυψώσεως του Τιμίου Σταυρού, επέπρωτο να συντελεσθή μία από τας φοβερωτέρας καταστροφάς που είδεν η Κρήτη καθ’όλην την περίοδον της κατοχής· οι Γερμανοί εισέβαλον εις τα χωρία της Βιάννου, Αμιράς, Βαχός, Κεφαλοβρύσι, Κρεββατάς, Αγ. Βασίλειος, Πεύκος, Κατω Σύμη, Γδόχια, Μύρτος, Μουρνιές, Ρίζα, Μάλλες κτλ. φονεύοντες μεμονωμένως μεν όσους συνήντων καθ’οδον - ανδρας, γυναίκας και παιδιά- εντός δε των χωρίων συγκεντρούντες τους άνδρας όλους και εκτελούντες αυτούς ομαδικώς.

Καθώς οι Γερμανοί εισήρχοντο εις τον ΑΜΙΡΑΝ, οι κάτοικοι, κατά σύστασιν του δημάρχου, τους υπεδέχθησαν εις την είσοδον του χωρίου κρατούντες οίνον, ρακήν και εδέσματα. Εκείνοι, έχοντες κυκλώσει εν τω μεταξύ όλην την περιοχήν, συνέλαβον τους άνδρας όλους- περί τους 100- τους οποίους ανευ διαδικασίας εξετέλεσαν μέχρις ενός, ολίγον κατωτέρω της δημοσίας οδού. Η κατά τμήματα εκέλεσις αυτών διήρκεσεν από της 10ης πρωινής μέχρι της 4ης απογευματινής. Εν τω μεταξύ εφόνευον και όσους γέροντας και αναπήρους εύρισκον εντός των οικιών, μη δυναμένους να κινηθούν. Εξ αυτών αναφέρομεν τον παράλυτον 80ντούτην Δημ. Μαθιουδάκην, φονευθέντα επί της κλίνης του· τον επίσης υπέργηρον Εμμ. Γρισμπολάκην, εκ γενετής παράλυτον. Δια λόγχης εφονεύθη εντός της οικίας του και ο 20ετής Ματθαίος Συγκελλάκης. Εξ άλλου ικανοί εφονεύθησαν εντός των κτημάτων των ήκαι καθ’οδόν. Εκ των ομαδικώς εκτελεσθέντων διεσώθησαν 6, εξ ων 3 απέθανον μετ’ολίγας ημέρας εκ των τραυμάτων των.
Το χωρίον αριθμεί εν συνόλω 117 νεκρούς κατά την ημέραν εκείνην. Μόνον μια οικογένεια, Βερυκοκάκη ονόματι, πενθεί 17 μέλη της, η οικογένεια Ραπτάκη 12 συγγενείς εξ αίματος (αδελφούς, θείους και πρωτοξαδέλφους) και 10 γαμβρούς, ή οικογένεια Ηλιάκη 10 αδελφούς και εξαδέλφους. Εκ της οικογενείας Συγκελλάκη εφονεύθη ο πατήρ Νικόλαος και οι 4 υιοί του, Αριστομένης, Παύλος, Ιωάννης και Ματθαίος. Η Αικ. Μικρογιαννάκη έχασε τον σύζυγόν της Γεώργιον, τον πατέρα της Ν. Χαλκιαδάκην, τον αδελφόν της Γεώργιον, τον πενθερόν της Εμμανουήλ και τον ανδράδελφόν της Ιωάννην. Ο Ματθ. Χρηστάκης ή Σύλλας εξετελέσθη συγχρόνως μετά των δύο υιών του και των 4 γαμβρών του Μ. Βαρδιατζάκη, Ν. Κονδυλάκη, Μ. Σαμπροβαλάκη και Σ. Κουσουλάκη· εξ αυτών εσώθησαν προσποιηθέντες τον νεκρόν οι δύο υιοί και ο πρώτος εκ των γαμβρών, ανάπηρος τώρα. Επίσης εφονεύθησαν 3 άλλοι αδελφοί συγχρόνως, Ματθαίος, Γεώργιος και Μύρων Βασιλακάκης, και ο Γ. Αναστασάκης, μετά του υιού του και των 2 γαμβρών του.
Εκ των εκτελεστών άλλοι μεν απεχώρησαν εις τον Κρεββατάν και άλλοι έμειναν εις τον Αμιράν, εγκατασταθέντες δε εις μίαν αυλήν ολίγον απέχουσα από του τόπου της εκτελέσεως ήρχισαν να τρώγουν και να διασκεδάζουν περιπαίζοντες και τας ολοφυρομένας γυναίκας και μιμούμενοι τας κραυγάς της απελπισίας των «Παναγιά μου, Παναγιά μου!». Όταν αργότερα απεχώρησαν και αυτοί, αι γυναίκες ετόλμησαν να πλησιάσουν εις τον τόπον της εκτελέσεως. Τα πρόσωπα των νεκρών ήσαν παραμορφωμένα, διότι οι Γερμανοί εσκόπευον επί της κεφαλής των εκ του πλησίον και δι αυτό η αναγνώρισις εγένετο συχνά εκ των ενδυμάτων και μόνον. «Τα μυαλά του πατέρα μου και του αδελφού μου ήσαν χυμένα χάμω» μας είπε μια γυναίκα. Μια άλλη: «το γυιό μου γουλιά γουλιά τον έπαιρνα και τον έβανα στο σακκί, και πήγα και τον έθαψα». Και η ταφή των απέβη δυσχερεστάτη, διότι οι μεν ελάχιστοι υπολειφθέντες άνδρες του χωρίου εξηκολούθουν να παραμένουν εις τα όρη, το δε νεκροταφείον έκειτο εις απόστασιν 20΄ επί αναχώματος. Δι αυτό τινές εκ των εκτελεσθέντων παρέμειναν άταφοι και κατεσπαράχθησαν υπό των κυνών (ως ο Ν. Χριστάκης και ο Εμμ. Κονσολάκης). Ομοίαν τύχην έσχον και όσοι ετάφησαν επί τόπου, περί τους 40, επειδή η γη εκεί ήτο πολύ σκληρά και η ταφή των υπό των γυναικών έγινεν επιπόλαια. Επί μακρόν χρονικόν διάστημα αι γυναίκες μετέφερον χώμα εκ των πέριξ δια να συμπληρώσουν την ταφήν των οικείων των και την πρωίαν εύρισκον τήδε κακείσε διεσπαρασμένα τα μέλη αυτών από τους σκύλους, οι οποίοι κατά την νύκτα ανέσκαπτον τους προχείρους τάφους. Το αυτό συνέβη και εις τους εις τα πέριξ κτήματα τυφεκισθέντας, ως και εις τους εντός των οικιών των εκτελεσθέντας· ούτως ο Αριστ. Συγκελάκης, του οποίου η σύζυγος απουσίαζεν, ευρέθη σπαραγμένος υπό κυνών και χοίρων, ομοίως ο Ματθαίος Μαντουβάκης και Μαρκ. Ραπτάκης.
Το χωρίον δεν ελεηλατήθη κατά την ημέραν εκείνην, ούτε κατεστράφη ως τα άλλα, οι Γερμανοί όμως εφρόντισαν να επανορθώσουν εκ των υστέρων την παράλειψιν αυτήν·  κατ’ Ιούνιον 1944 τάγμα εκ 500 ανδρών εγκατεστάθη εις μικράν απόστασιν από του χωρίου καταληστεύσαν αυτό και όλα τα πέριξ. Ακόμη και το γάλα υπεχρέωνον τας χήρας να το στερούν από τα ορφανά των και να το δίδουν εις αυτούς.  Απεγύμνωσαν τας οικίας και από τα έπιπλά των (τραπέζια, καθίσματα κ.τ.λ.) εκδίδοντες αποδείξεις παραλαβής, και βεβαιούντες ότι θα τα επιστρέψουν. Φυσικά, φεύγοντες τα παρέλαβον μεθ’ εαυτών.
Η Επιτροπή δεν θα λησμονήση ποτέ το σπαρακτικόν θέαμα που αντίκρυσεν καθώς έφθανεν εις τον Αμιράν, δια να διαπιστώση τα ανωτέρω εκτεθέντα· επί του τόπου της εκτελέσεως ηύρε συγκεντρωμένας περί τας 300 γυναίκας μελανηφορούσας μετά των τέκνων των, θρηνούσας, κοπτομένας και μυρολογούσας.  Την επομένην πρωίαν επί του τόπου της εκτελέσεως ετελέσθη επιμνημόσυνος δέησις, την σπαρακτικότητα της οποίας αμυδρώς μόνον δύνανται να αποδώσουν αι ληφθείσαι φωτογραφίαι.
Την αυτήν ημέραν της 14/9/1943, δι άλλων αποσπασμάτων των, οι Γερμανοί προέβησαν και εις τα άλλα χωρία της επαρχίας Βιάννου εις την εκτέλεσιν όσων ανδρών ανεκάλυψαν εντός αυτών και εις τα πέριξ. Αν τα θύματα εις αυτά είναι ολιγώτερα από τα του Αμιρά, τούτο οφείλεται εν μέρει μεν εις το ότι τα χωρία αυτά ήσαν μικρότερα, εν μέρει δε εις το ότι οι κάτοικοι, ειδοποιηθέντες εν τω μεταξύ περί των εν Αμιρά συμβάντων, έσπευσαν να φύγουν εκ των χωρίων των.
Ούτως εις το χωρίον ΒΑΧΟΣ εξετέλεσαν όλους τους συλληφθέντας άνδρας, εκ των γεροντωτέρων, 23 εν όλω, εξ ων 3 επεζησαν· εις τους φονευθέντας συγκαταλέγεται ο πρόεδρος της κοινότητος Ηρ. Πνευματικάκης... Ούτος παρακληθείς προηγουμένως, υπό τινών κατοίκων δειλιασάντων, να υπογράψη έγγραφον αποδοκιμασίας των ανταρτών προς εξευμενισμόν των Γερμανών, ηρνήθη. «Εγώ την υπογραφή μου δεν την ατιμάζω» είπεν. Κατά την εκτέλεσιν, όπως μαρτυρούν οι τρεις διασωθέντες, επέδειξεν αξιοθαύμαστον θάρρος· ησπάσθη τους μελλοθανάτους, λέγων: «έτσι, παιδιά, αποχτιέται η λευτεριά.» Αι οικίαι του χωρίου ελεηλατήθησαν, αλλά δεν κατεστράφησαν.
ΚΕΦΑΛΟΒΡΥΣΙ. Και εδώ οι κάτοικοι ματαίως είχον αποπειραθή να μαλάξουν την μανίαν των Γερμανών προϋπαντήσαντες αυτούς με τον πρόεδρον της κοινότητος επι κεφαλής, προσκομίζοντες ρακήν και εδέσματα. Οι Γερμανοί συνέλαβον όλους τους άνδρας τους ευρεθέντας εκεί και, αφού εξεδίωξαν τα γυναικόπαιδα, τους ετυφέκισαν παρά το σχολείον, 33 εν όλω, εξ ων επέζησαν 3. Επίσης εφόνευσαν δια ξιφολόγχης τον υπέργηρον Εμμ. Γ. Κοντάκην επί της κλίνης του. Ο ιερεύς και διδάσκαλος του χωρίου Μ. Γιαλαδάκης απώλεσε κατά την ημέραν εκείνην τον αδελφόν του, τον υιόν του, τον γαμβρόν του, και τον ανδράδελφόν του. Οι Γερμανοί, λεηλατήσαντες το χωρίον, απήλθον.

Εις τον ΚΡΕΒΒΑΤΑΝ εφόνευσαν 21. Εκ τούτων τους μεν ακμαίους ομαδικώς, τους δε γέροντες και ασθενείς εντός των οικιών των και δύο εις τα πέριξ του χωρίου. Μεταξύ των εκτελεσθέντων ήτο και ο ιερεύς του Βαχού Λεωνίδας Πνευματικάκης, ευρισκόμενος εις Κρεββατάν και λειτουργών εν των ναώ επί τη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Ο ιερεύς παρουσιάσθη ενώπιον των Γερμανών υψών τον Σταυρόν και εξορκίζων αυτούς να λυπηθούν τους κατοίκους. Εις απάντησιν οι Γερμανοί επυροβόλησαν εναντίον του, ενώ δε εκείνος πληγωμένος εσύρετο δια να καταφύγη εις τινα οικίαν ερριψαν εκ νέου εναντίον του και τον αποτελείωσαν. Μετά την εκτέλεσιν συνεκεντρώθησαν εις τον Κρεββατάν και τα εκτελεστικά αποσπάσματα Βαχού, Αμιρών και Κεφαλοβρύσου και υπό τους ήχους φωνογράφου ήρχισαν να διασκεδάζουν επί του δώματος του Γ. Ζωάκη και έπειτα μεθυσμένοι κατελθόντες εχόρευαν επί των πτωμάτων των εκτελεσθέντων φωνάζοντες “Χάιλ Χίτλερ” και “Ζήτω η Γερμανία” (ελληνιστί).
Ουδέ του ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ εφείσθησαν παρ’όλας τας κατά την προηγουμένην ημέραν δοθείσας υποσχέσεις· ούτω το απόγευμα της 14/9 εξετελέσθησαν 31 εν όλω άνδρες (εξ ων τους 24 ομαδικώς) μεταξύ άλλων τον 65ντούτη απόστρατον μοίραρχον Γ. Βασιλικάκην επί της κλίνης του δια πελέκεως και τον 17ετή Στυλ. Μπαρμπαγαδάκην με ξιφολόγχην· του Αποστ. Βαρδάκη, επιτεθέντος κατ’ αυτών καθ’ ην ώραν επρόκειτο να τον τυφεκίσουν, ήνοιξαν δια ξιφολόγχης το σώμα από λαιμού μέχρι κοιλίας. Ο Εμμ. Συμβουλάκης, συλληφθείς καθ’ ην στιγμήν εζήτει να διαφύγη κρατών την τριετήν θυγατέραν του εις τας αγκάλας, περιελήφθη εις την ομαδικήν εκτέλεσιν, υποχρεωθείς να κρατή το τέκνον του. Διαφυγών τας σφαίρας έπεσε κατά γης προσποιηθείς τον νεκρόν· επειδή όμως το νήπιον έκλαιε, ένας γερμανός στρατιώτης το επυροβόλησεν εκ του πλησίον και το εφόνευσεν. Ο δυστυχής πατήρ έμεινεν επί ώρας ακίνητος, με τα αίματα και τον διεσκορπισμένον μυελόν του τέκνου του επί του προσώπου, μέχρις ότου οι γερμανοί, αφού έφαγαν και διεσκέδασαν, απεχώρησαν. Εις τους εκτελεσθέντας ανήκει και ο εκ Κερκύρας καθηγητής Ευσταθ. Μάστορας.
Μεταξύ του γερμανικού εκτελεστικού αποσπάσματος ήτο και εις στρατιώτης ιδιαίτερον μίσος κατά του χωρίου τρέφων. Ούτος κατ’ Ιανουάριον του 1943, εν ώρα μέθης, ευρών εν Αγίω Βασιλείω μίαν γυναίκαν καθ’ οδόν, επεχείρησεν να την κακοποιήση· εκείνη κατέφυγε εις τινα οικίαν, εντός της οποίας ο Γερμανός εισελθών εφόνευσεν τον εκεί ευρισκόμενον και κατ’ εκείνην την ώραν τρώγοντα Σακ. Μονοκάνδυλον εκ Καλύμνου, επειδή δε η καταδιωκομένη γυναίκα είχε δραπετεύσει, εισελθών εις άλλην οικίαν, εξεδίωξεν τον ιδιοκτήτην και εβίασε την σύζυγόν του Δοξανίαν Βαρδάκη, τέλος εξελθών εις τας οδούς ήρχισε να πυροβολή. Οι κάτοικοι δεν ετόλμησαν να τον συλλάβουν, περιορισθέντες να τον καταγγείλουν εις τας προϊσταμένας του αρχάς. Ο στρατιώτης εδικάσθη εις την Βιάννον και κατεδικάσθη εις 5ετή φυλάκισιν μετά το πέρας του πολέμου (!) και εις στέρησιν της αναλογούσης εις αυτόν μερίδος σιγαρέττων επί 6 μήνας. Αυτός λοιπόν ο στρατιώτης ελθών τώρα ως μέλος του εκτελεστικού αποσπάσματος εφρόντισε να εκδικηθή όλους όσους τον είχον καταγγείλει, μ(εταξύ). α(λλων). τον πρόεδρον της κοινότητος Αγγ. Χατζάκην.
ΠΕΥΚΟΣ. Οι Γερμανοί οδεύοντες προς την Σύμην την 12/9 και διερχόμενοι εκ του χωρίου Πεύκος εδήωσαν αυτό και εφόνευσαν 5 άνδρας, την δε 14ην εξετέλεσαν εντός αυτού και εις τα πέριξ 14, έπειτα έθεσαν πυρ και το έκαυσαν, καταστρέψαντες και τας πέριξ αγροικίας. Μεταξύ των νεκρών συγκαταλέγονται ο πρόεδρος της κοινότητος Χαρ. Τσαγκαράκης, ο διδάσκαλος Αριστ. Μηλιαράκης, ανευρεθείς με αποκομμένην την κεφαλήν, και οι Γεωργ. Προεστάκης, Εμμ. Σωμαράκης και Νικ. Σωμαράκης φονευθέντες με ξιφολόγχην. Το χωρίον αριθμούν προ του πολέμου 563 κατοίκους, αριθμεί τώρα μόνον 485. Εκ των 78 εκλιπόντων, όσοι δεν ετυφεκίσθησαν, απέθανον εκ των κακουχιών.
ΚΑΤΩ ΣΥΜΗ. Την 14/9 εξετελέσθησαν 23, εξ ων μια γυναίκα, η Μαρία Ν. Πανακάκη, 85 ετών, καείσα εντός της οικίας της (και ο σύζυγος της ετυφεκίσθη)- Οι ανωτέρω εκτελεσθέντες συνελήφθησαν εις τα πέριξ, διότι το χωρίον ήτο έρημον, πλην της αναφερθείσης Πανακάκη και ενός 80ετους παραλύτου, του Στυλ. Εμμ. Μυλωνάκη, μη δυναμένου ν’ απομακρυνθή και εκτελεσθέντος εντός της οικίας του.
Κατά την αυτήν ημέραν εξετελέσθησαν υπό των Γερμανών περί τους 10 εκ των χ. Άνω Βιάννος, Συκολόγος και Καλάμι, ευρεθέντες καθ’ οδόν· εις αυτούς ανήκει και μία γυναίκα, η κωφάλαλος 65ντούτις Απραξία Αθουσάκη.
Τα ανατολικώτερον κείμενα χωρία της Βιάννου, τα εις τον νομόν Λασηθίου (επαρχ. Ιεραπέτρας) υπαγόμενα, επλήρωσαν την επομένην ημέραν (15/9). Ούτω οι Γερμανοί εφόνευσαν:
Εις τα ΓΔΟΧΙΑ 37 εν όλω. Το σύστημα υπήρξε το ίδιον· οι άνδρες οίτινες είχον προηγουμένως φύγει εκ του χωρίου επειδή οι Γερμανοί δεν προέβαινον εις καμμίαν βιαίαν πράξιν, επανήλθον, και τότε τους συνέλαβον και τους εξετέλεσαν μαζί με όσους ευρίσκοντο εντός του χωρίου. Δέκα επτά εξετελέσθησαν ομαδικώς δια πολυβόλου εις την θέσιν Καρτσανά, οι υπόλοιποι εντός του χωρίου και ανά τους αγρούς. Εις τους εκτελεσθέντας ανήκουν οι γέροντες Εμμ. Λενάκης (80 ετών), Νικ. Πηγιάκης (80 ετών), Γεώργ. Δασκαλάκης (75 ετών), Γ. Μεταξάκης (75 ετών)· επίσης ο ανάπηρος Εμμ. Επιτροπάκης μετά του 13ετούς υιού του Χαραλάμπους. Εξ άλλου έκαυσαν επί της κλίνης του, επιχύσαντες βενζίνην, τον ανάπηρον Γεώργ. Μπεκράκην, ετών 40, πατέρα 4 ανηλίκων τέκνων. Η Μαρία Αρχοντικάκη πενθεί τον σύζυγόν της Γεώργιον, τον πατέρα της Εμμ. Δημητριανάκην, τους δύο αδελφούς της Ιωάννην και Μιχαήλ και τον πενθερόν της Εμμ. Αρχοντικάκην.
Επειδή όλη η περιφέρεια εκηρύχθη νεκρά, απαγορευθείσης πάσης εν αυτή κυκλοφορίας, οι νεκροί παρέμειναν επί δύο μήνας άταφοι, καταφαγωθέντες υπό των κυνών.
Εις τον ΜΥΡΤΟΝ οι Γερμανοί εφόνευσαν 18 και άλλους 8 εις τα περίχωρα· μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ο Εμμ. Δασκαλάκης, 82 ετών, και η Αικ. Κανάκη, 70 ετών, επίσης ο πρόεδρος της κοινότητος Μιχ. Ανδρεόπουλος, και ο αντιπρόεδρος Ιω. Φραντζικινάκης. Δια να μη θεωρηθούν οι κάτοικοι ότι ανήκουν εις τους αντάρτας, ο πρόεδρος της κοινότητος και ο ιερεύς είχον προηγουμένως παρουσιασθή εις τους Γερμανούς και  δηλώσει ότι όλοι οι άνδρες παραμένουν εντός του χωρίου· οι Γερμανοί προσεποιήθησαν ότι επείσθησαν και εζήτησαν από τον πρόεδρον να τους ετοιμάση φαγητόν· όταν όμως έφαγον κατέλαβον τας εξόδους του χωρίου και διέταξαν ν’ απομακρυνθούν εξ αυτού αι εξ Ιεραπέτρας οικογένειαι, αίτινες είχον καταφύγει εκεί λόγω καταστροφής των οικιών των. Επειδή οι κάτοικοι , φοβηθέντες από την διαταγήν αυτήν, ήρχισαν να διαρρέουν μετά των εξ Ιεραπέτρας, οι Γερμανοί επανέλαβον την δήλωσιν ότι δεν έχουν να πάθουν τίποτε αρκεί να μην απομακρυνθούν οι άνδρες. Μετ’ ολίγον προέβησαν εις την εκτέλεσιν.
Εκ των κατοίκων του χ. ΜΟΥΡΝΙΕΣ ετυφεκίσθησαν 17 άνδρες ομαδικώς μετά των κε των χ. ΡΙΖΑ και ΠΑΡΣΑΣ εις θέσιν Καλέ, όπου οι αντάρται είχον υψώσει την Ελληνικήν σημαίαν·  άλλοι 4 εκ του χ. Μουρνιές εφονεύθησαν εις τα πέριξ· επίσης εκάη εντός της οικίας της η Μαρ. Ι. Ανδρεοπούλη, 70 ετών. Μεταξύ των συλληφθέντων ήτο ο Χαρ. Παπαδοπούλης· δια να σωθή, έδωσεν ό,τι πολύτιμον έφερε μεθ’ εαυτού (δακτυλίους κλπ)· ο γερμανός στρατιώτης μόλις τα παρέλαβε, τον εφόνευσεν.
Το χ. ΜΑΛΕΣ αριθμεί 17 θύματα εν συνόλω, κατά την αυτήν ημέραν η ΡΙΖΑ 18, ο ΧΡΙΣΤΟΣ 7, οιΜΥΘΟΙ 4, μεταξύ άλλων τον 80ντούτη γέροντα Ν. Χριστάκην, τυφεκισθέντα επί του καθίσματος, όπου εκάθητο, μη δυνάμενος να σηκωθή, και ο ΠΑΡΣΑΣ 7.
Ως προς τας εκτελέσεις τας γενομένας συγχρόνως εις τα περίχωρα, εις τα αγροκτήματα κτλ της επαρχίας Βιάννου,α ναφέρομεν τα εξής χαρακτηριστικά:
Εις το φαράγγι του χ. Καλάμι συνέλαβον τρεις κρυπτομένους άνδρας, τον Κ. Κουντουράκην, τον Ν. Ζωάκην και τον Εμμ. Πυροβολάκην μετά του μικρού υιού του Γεωργίου· οι Γερμανοί εφόνευσαν τους άνδρας δια ξιφολόγχης, το δε παιδί ετραυματίσθη εκ ριφθείσης χειροβομβίδος, νοσηλεύεται δε ακόμη. Εις το αγρόκτημα του Αργουλίδα είχε καταφύγει ο εκ του χ. Κεφαλοβρύσι Βερβαλάκης μετά των 3 τέκνων του, Στυλιανού ετ. 12, Μαρίας ετ. 8, και Ευαγγελίας ετ. 6. Ο πατήρ βλέπων τους Γερμανούς να πλησιάζουν (14/9) απεμακρύνθη από το αγρόκτημα και εκρύβη εντός σχοίνου, οπόθεν ηδύνατο να παρακολουθήση τα συμβαίνοντα. Οι Γερμανοί εισελθόντες εις τον οικίσκον του κτήματος ευρόντες σακκίδια (βούργες) πολλά με τρόφιμα, ανήκοντα εις τους φεύγοντας κατοίκους, υποψιάσθησαν ότι ταύτα προορίζονται δια τους αντάρτας. Τότε συνέλαβον τα εγκαταλελειμμένα παιδιά και ήρχισαν να τα βασανίζουν, δια να προβούν εις αποκαλύψεις· τα ωδήγησαν έξω, εχαράκωσαν με την ξιφολόγχην τα μάγουλά των και τας κνήμας των, τα εκέντησαν εις τα πέλματα και επειδή εκείνα δεν είχον τι να μαρτυρήσουν, τους απέσπασαν τα δόντια με την ξιφολόγχην και τέλος τα έσφαξαν δι αυτής· έπειτα τα εξήπλωσαν επί του τοίχου του κτήματος με κρεμασμένας τας κεφαλάς.
Εις την θέσιν Λυγιά συνελήφθη την ίδιαν ημέραν (14/9) ομάς 8 ατόμων, μεταξύ των οποίων ο Χαρ. Παπαδημητρόπουλος· ούτος επέδειξεν εις τους Γερμανούς σημείωμα γερμανού στρατιώτου, αναφέροντος ότι ο Παπαδημητρόπουλος τον είχεν περιποιηθή τραυματισμένον κατά την προ διημέρου επισυμβάσαν μάχην της Σύμης. Οι Γερμανοί εξετέλεσαν τον Παπαδημητρόπουλον άνευ ετέρου μετά άλλων 7.  Εσώθησαν δύο τραυματισθέντες και προσποιηθέντες τον νεκρόν. Εις τους εις τα περίχωρα εκτελεσθέντας ανήκουν και η Μαρία, θυγάτηρ του ανωτέρω αναφερθέντος Χαρ. Παπαδημητροπούλου, η Αικατερίνη Αθαν. Παπαδημητροπούλου, σύζυγος του αδελφού του, δικηγόρου το επάγγελμα, εκτελεσθέντος και αυτού και διασωθέντος πληγωμένου, έγκυος 8 μηνών, και η Αικ. Π. Μηλιαράκη. Επίσης η Ελένη συζ. Γεωργ. Μαρή και ο 7ετής υιός της Μιχαήλ. Εις τα περίχωρα ανακαλυφθείσαι εφονεύθησαν ομαδικώς αι εκ Κάτω Σύμης γυναίκες Καλλ. Συγκελλάκη, η κόρη της Ζαχαρένια Ρηνάκη, η πενθερά της τελευταίας Μαρία Ρηνάκη, η Μαρία Γ. Μεταξάκη, το ενννεαετές της Ζαχ. Ρηνάκη, Γεώργιος, εις τας αγκάλας της μητρός του κρατούμενον, μαζί αι εκ του χ. Γδόχια καταγόμεναι 80ντούτιδες Χαρ. Γ. Ξανθάκη και Καλλιόπη Ν. Παπαδάκη.
Αυτή υπήρξεν η τραγωδία των χωρίων της Βιάννου ή μάλλον το πρώτο μέρος της. Διότι οι Γερμανοί δεν ηρκέσθησαν εις τον φόνον τόσων εκατοντάδων θυμάτων. Έπρεπε και τα χωρία να καταστραφούν εκ θεμελίων. Ούτω μετά 15 περίπου ημέρας εξεδόθη προκήρυξις ορίζουσα ολόκληρον την περιοχήν ως νεκράν ζώνην, πλην των χ. Βιάννου, Βαχού, Αμιρών και Αγίου Βασιλείου. Εδόθη ολιγοήμερος προθεσμία προς αναχώρησιν, η έλλειψις όμως μεταφορικών μέσων δεν επέτρεψεν εις τους κατοίκους να περισώσουν ει μη ελάχιστον μέρος της περιουσίας των. Αλλαχού ούτε αυτή η ευκαιρία δεν εδόθη, όπως πχ εις την Κάτω Σύμην, της οποίας οι κάτοικοι μετά την μάχην, γενομένην εις ελαχίστην απόστασιν από του χωρίου, είχον αποχωρήσει και κρυβή, η δε καταστροφή επηκολούθησεν την επομένην, 13/9/43.
Οι κάτοικοι της ανατολικής Βιάννου (χ. Μύρτος, Γδόχια κτλ) διετάχθησαν να συγκεντρωθούν εις την Ιεράπετραν, οι της δυτικής να φύγουν εκτός της επαρχίας. Κατόπιν τα χωριά αφού ελεηλατήθησαν, εκάησαν και ανετινάχθησαν δια δυναμίτιδος μετά των σχολείων και των εκκλησιών. Ούτω κατεστράφησαν ολοσχερώς τα εξής χωρία:
Συκολόγος 80 οικίαι
Κάτω Σύμη 245 οικίαι. Το χωρίον επυρπολήθη εις τας 13/9, κατεδαφίσθη δε εις τας 9/10 εκ θεμελίων. Εις τας 245 οικίας συμπεριλαμβάνονται και αι του συνοικισμού Λουτράκι, χειμερινής διαμονής των Συμιανών.
Πεύκος 80 οικίαι. Πυρπόλησις εις τας 14/9, κατεδάφισις εκ θεμελίων μετά ένα μήνα περίπου.
Κεφαλοβρύσι 80 οικίαι.
Κρεββατάς 70 οικίαι.
Γδόχια 100 οικίαι. Δεν απέμεινεν ούτε μία οικία ορθία.
Μουρνιές 110 οικίαι.
Μύρτος 110 οικίαι. Ουδεμία απέμεινεν ορθία.
Ρίζα 30 οικίαι. Εκάη εις μόνον συνοικισμός του χωρίου.
Καλάμι 40 οικίαι. Κατεστράφη το 1/3 του συνόλου,  διότι μεσολαβήσει του τότε Γεν. Διοικητού Κρήτης, εξεδόθη νέα διαταγή του γερμαν. Στρατηγείου αίρουσα την προηγουμένην.
Μερική ήτο και η καταστροφή του χ. Επάνω Σύμη.
Επίσης κατεστραμμένα ευρίσκονται σήμερον τα επίνεια της επαρχίας ΚΕΡΑΤΟΚΑΜΠΟΣ και ΑΡΒΗ. Οι γερμανοί ελεηλάτησαν  τα εκεί εναποθηκευμένα προϊόντα και κατέστρεψαν τας οικίας και τας ποθήκας.
Είναι εξόχως χαρακτηριστικόν ότι οι Γερμανοί εζήτησαν εκ των υστέρων να αποσκεπάσουν τα εν Βιάννω εγκλήματά των πιέσαντες τον εκεί προσελθόντα αρχιμανδρίτην Ευγ. Ψαλιδάκην, αντικαθιστώντα τον Μητροπολίτην Κρήτης εις τα καθήκοντά του, να υπογράψη έγγραφον δήλωσιν, ότι δεν  έγιναν παραβάσεις του διεθνούς δικαίου κατά τα γεγονότα της Βιάννου. Ο αρχιμανδρίτης όμως, μη πτοηθείς από τας απειλάς των,  έβγαλεν από το στήθος του τον σταυρόν, τον επέθεσεν επί της τραπέζης του γερμανού αξιωματικού και εφώναξεν· “τουφεκίστε με, αλλά ψεύτικη δήλωση δεν υπογράφω· γιατί είδα με τα μάτια μου γυναίκες ξεκοιλιασμένες”.»

ΒΙΑΝΝΟΣ, 14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1943....

 Πηγή: candianews.gr


Η συγκλονιστική ιστορία των 3 μικρών αδελφών στη Βιάννο, που εκτέλεσαν οι Γερμανοί επειδή δεν πρόδωσαν τον πατέρα τους...

"Συμπαθήστε με! Δε θα τα μαρτυρήσω άλλη μια φορά τα τρία Βερβελάκια, δε βαστάμε πια ως το τέλος"...

Είναι ένα από τα εγκλήματα των Γερμανών στη Βιάννο, τον Σεπτέμβρη του 1943. Από εκείνα που συγκλονίζουν και σήμερα, 74 χρόνια μετά. Τα 3 μικρά παιδιά της οικογένειας Βερβελάκη βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς γιατί αρνήθηκαν να αποκαλύψουν πού κρυβόταν ο πατέρας τους, αν και γνώριζαν τη δική τους πορεία. Κι ήταν μόνο 3 παιδιά, από 8 μέχρι 15 χρόνων...
Το φρικτό έγκλημα έγινε στη Λυγιά, σε ένα μετόχι.
Ήταν 14 του Σεπτέμβρη του 1943, όταν οι ναζί άρχιζαν τη σφαγή στη Βιάννο. Εκεί, στο μετόχι στη Λυγιά, τελέστηκε το πλέον αποτρόπαιο έγκλημα της σφαγής των τριών αδελφών Βερβελάκη (Ευαγγελίας, Μαρίας και Στυλιανού, 8,12, και 15 ετών αντίστοιχα), από Γερμανούς στρατιώτες, επειδή δεν αποκάλυψαν πού ήταν κρυμμένος  ο πατέρας τους, για να τον σώσουν από το εκτελεστικό απόσπασμα, στο οποίο οδηγήθηκαν εκείνη την αποφράδα μέρα 461 αθώοι άνθρωποι.
Πέντε χρόνια μετά την εκτέλεση, το έγκλημα των Γερμανών, η κορυφαία εκπαιδευτικός, Μαρία Αμαριώτου, έγραφε στη "Νέα Εστία" ένα εκπληκτικό κείμενο για τη θυσία της Βιάννου και τα τρία αδέλφια. Τίτλος του, "Τρεις μικροί άγιοι".  Τον Μάρτιο του 1977 το κείμενο αναδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Βιαννίτικα Νέα" που εξέδιδαν ο Γιώργος Χρηστάκης και ο Κώστας Στεφανάκης. Το είχε στείλει ο Μενέλαος Παρλαμάς.
Το κείμενο εντόπισε η κ. Μαρία Χρηστάκη και μας το έστειλε.
Το αναδημοσιεύουμε όπως είχε παρουσιαστεί στα "Βιαννίτικα Νέα".

TRIAPAIDIA3TRIAPAIDIA2
   
 
«ΤΡΕΙΣ ΜΙΚΡΟΙ ΑΓΙΟΙ»
Μαρία Αμαριώτου,
Νέα Εστία, 1948, Τ. 510 σελ.1199-1201
Αναδημοσίευση, Βιαννίτικα Νέα, Μάρτιος 1997, αρ. φύλλου 225
(Ο φίλος της Βιάννου και τακτικός αναγνώστης των ΒΝ καθηγητής κ. Μενέλαος Παρλαμάς, μάς έστειλε το κείμενο που ακολουθεί.
Γραμμένο από την Μεραμπελιώτισσα Μαρία Αμαριώτου, γνωστή σε παλαιούς και νεότερους από τη συμμετοχή της στην πνευματική ζωή του τόπου. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό « Νέα Εστία » το 1948 σελ. 1199-1201 και είναι αφιερωμένο στα τρία παιδιά του Γιώργη Βερβελάκη από το Κεφαλοβρύσι, που βασανίστηκαν και θανατώθηκαν από τους Γερμανούς στη θέση Λυγιά στις 14 Σεπτεμβρίου 1943. Τον ευχαριστούμε πολύ).
Τι όμορφος που είναι ο κόσμος! Μέσα στην άχνη της καλοκαιρινής μέρας κάθουνται σαν άρχοντες περήφανα τα βουνά. Πόσα είδαν οι κορφές τους και πόσα νταγιάντησαν οι ράχες τους. Στις κουφάλες τους έκλαψεν ο Δίας. Τα διασκέλισε ο δαχτυλιδόμεσος Κρητικός του Μίνωα και τα νυχτοπάτησε ο δωρικός καταχτητής. Τους ήρθε κι ο αλαζονικός Ρωμαίος. Τον πεισματάρη Αράπη και τον πολύβουο το Βενετσιάνο τον εφορτώθηκαν μαζί με τα χιόνια και τα ξεροβόρια και τα λιοπύρια που σκίζουν την πέτρα. Κι όταν ήρθε κι η Τουρκιά, ξαναποτίστηκαν αίματα τα ριζά τους και οι κάμποι κι ανθίσανε, που δεν εκάτεχες αν ήταν φέσια ή τ’ Απριλομάη παπαρούνες. Δικά μας είναι και δικοί τους είμαστε σήμερο. Ότι μας μέλλονταν που να το βάλει ο νους μας.
Θε μου και δος μου κι άλλα μάτια γιατί τα δυο είναι λίγα κι ας μη βραδιάσει όσο να δω τη Βιάννο. Πριν γεννηθώ στο μικρό χωριό μου, εκεί δούλευαν οι προπάτοροι της καλής μου Μάνας. Να δω πως είναι και αν τους μοιάζω. Να δω τον τόπο που αγαπώ και τον γνωρίζω απ΄ άλλων μάτια πλεούμενα στη νοσταλγία. Χαρώ τους τους σπάρτους που ‘γίναν δεντρά, το πεύκο το θεόρατο που μοσκομυρίζει και μουρμουρίζει γητειές στο βοριαδάκι. Καλώς τον ασφένταμο, που το βοσκόπουλο θα σκαλίσει το σκύφο του απ΄το κλαδί του να πίνει το γάλα του και την κούπα για το κρασί τ΄ αφεντάκι του. Νερό θα πιει από τη φλέγα με τις δυό χούφτες.
Πάνω στης Δίχτης τις στράτες τις τραχιές πηγαίναμε αγάλια αγάλια. Κι έτσι τη χαίρομαι τη Μεσαρά κάτω κι αλάργο, σα μιαν απέραντη θάλασσα που σμίγει με τα λιβυκά- πες τα νερά, πες τα λιβάδια. Μυριάδες-μυριάδες βόσκουν απάνω τους τ΄ αρνάκια τ΄ άσπρα των συννέφων με τους γαλάζιους ήσκιους στα πλευρά τους. Το θαύμα τούτο σού φωτογραφίζει ο άνθρωπος για να σου γράψει κι από κάτω « θάλασσα νεφών »; Όχι αυτά δεν λέγουνται, δεν ζωγραφίζουνται. Μια φορά θα τα δεις και δεν μπορείς πια να τα ξεχάσεις. Τόσο απαλά τόσο πολλά, τόσον αχνά, τόσο σαν όνειρο και σαν αφρός ονείρου. Τόσο γεμάτα φως, μυστήριο και δροσιά, την ώρα τούτη θα ξαναπλάσει ο Θεός τον κόσμο.
Πως να ‘ναι ο κόσμος που βλέπει αυτό το μέγα κάλλος κάθε μέρα, αυτός που δροσίζεται σ΄ αυτό το κουτσουνάρι κάτω από τον πλάτανο, κι αυτός που περπατεί και χώνεται ανάμεσα στις μυρτιές τις ανθισμένες.
Δροσάτα, χορτασμένα δέντρα, με χιλιών λογιών πράσινο, μεταξωτό, δαντελωτό, βελουδωτό και πλουμισμένο. Κι έχει καθένα του τον ήσκιο του και τη θωριά του, και χύνουν όλα τη μοσκοβολιά τους γεμάτη πρωινό δρόσος. Φορτωμένα τον καρπό μοιάζουν στις νιές βιαννίτισσες με τα μωρά στην αγκαλιά. Οι καρές κι οι απιδιές, κι οι ελιές, κι οι πρίνοι. Οι πλάτανοι κι οι μουργιές και κερασιές θεόρατες, και συκιές, ρογδιές- κόκκινοι γλόμποι λες τα ρόγδια τα γλυκά και τα ξινά- οι μηλιές, οι κυδωνιές, οι δάφνες και τ΄ αμπέλια. Παιχνιδίζουνε τα φύλλα του πελώριου λεύκου, κι ο κισσός εσκέπασε το μύλο, που φροκοπά στη φτερωτή του το νερό και μέσαθε τον πασπαλίζει το σταρένιο αλεύρι.
Όπου πας κι όπου σταθείς χάνεσαι στην πρασινάδα και μεθείς απ΄ το νερό που μουρμουρίζει. Κι όπου πας κι όπου βρεθείς λιγώνεσαι απ΄το μέλι που έχουν όλοι στο στόμα. Σαν τις κυψέλες τους γλυκές είν΄ οι καρδιές τους και βουΐζουν όλα μαζί τα ωραία αισθήματα. Είσαι ξένος; είσαι φίλος; είσαι συγγενής, δικός; τ΄ εξάδερφου κουμπάρος; του παλιού μου φίλου χωριανός; Να το σπίτι μου ,να κι η καρδιά μου. Θα στρώσω το τραπέζι μου κι είσαι δικός μου σήμερο. Κι αύριο δε μπορείς, θα πας και στο συμπέθερό μου που σε κάλεσε.
Μια αλυσιδωτή φιλοξενία σε σκλαβώνει, και μια διάκριση και μια λεπτότητα, σαν το παλιό κρασί μεθυστική. Θα σου φέρουνε το μέλι του Μαρτιού, που ΄ναι άσπρο και μοσκοβολά όλα τα λούλουδα, θα σου κόψουν τον αθότυρο και θα σ΄ανοίξουν το πιθάρι την ξινή μυζήθρα. Και το πρωί που θα πλυθείς, αν είναι χειμώνας, θα τρέχει απ΄τη βρυσούλα σου το χλιό νερό που βάλανε για σένα.
Πώς σε πλάθουν και σε ζυμώνουν σαν το κερί οι καλοσύνες τους, και πώς ντρέπεσαι που πρέπει να σταθούν να ξεκλειδώσεις την καρδιά σου πρώτα. Μα ύστερα θα μείνει ανοιχτή για να τους μοιάζεις λίγο, για να μοιάσεις το ακούραστο χώμα ετούτο που γεμίζει αγριόκρινα το Σετέμπρη και δροσερά κουκιά. Που σου φέρνει τα σύκα του με όλα τα ονόματα, τα χρώματα, τις γεύσεις. Τ΄ άσπρα, τα μαύρα, τα φαζά, τα κόκκινα, τα μελωμένα, τα ξινά. Πλούσιο χώμα, πλούσια στήθη, γλυκιά γλώσσα, που μαλάκωσε το σίγμα, που είναι τόσο σφυριχτό και τόσο θεριεμένο στη λαλιά μας.
Βιάννος, Πεύκος, Αμιρά, Συκολόγος, Σύμη, Γδόχια, Κρεββατάς, Κεφαλοβρύσι, πόσα ονόματα, πόσες ομορφιές, Βιάννο μου, λες να σ΄αγαπώ, γιατί οι ρίζες μου στο χώμα σου βαθειές, λέτε να σας αγαπώ Βιαννίτικα, για την πολλή ομορφιά σας και για την αρχοντιά, την ανθρωπιά, την πολλή αρετή του κόσμου; Για τη σεμνή κοπέλα σου τη νιόπαντρη, για τον ευγενικό ασπρομάλλη σου, γεμάτο ανοχή, χαρά και σέβας; όμορφα πού ‘σαι μέσα κι έξω…
Ήσουν ωραία! Ωραία! Ήσουν και πιά δεν είσαι. Γιατί είχες ψηλά βουνά και παχιά δάσα, γιατί είχαν πέσει οι Γερμανοί στον τόπο μας ωστόσο, και στα βουνά σου ανέβηκαν αντάρτες.
Ήσουν και πιά δεν είσαι. Χαλάσματα σ΄αφήσανε, όπως το Χαλασά σου. Πεύκο που η φύση το έστησε γκρίζο στολίδι, ανάμεσα στους σκούρους πράσινους πρίνους.
Νεκροταφείο κάμαν τα γελούμενα χωριά και τ’ ανθισμένα μονοπάτια και τα κρουσταλλένια ρυάκια. Μόλεψαν με τα αίματα τις βρύσες και φυτέψανε κουφάρια στα φαράγγια, όπου ανεμίζεται σαν ασήμι και σαν αμέθυστος ο δίχταμός σου.
Βιάννο, κυρά μου, πώς σε ρήμαξαν, που έτσι να πάνε! Βιάννο, κυρά μου, ως τον ουρανό βγήκε ο καπνός σου κι ως τα κύματα κατρακύλησε η βοή σου.
Απ΄ όλους σου τους μάρτυρες, Βιάννο καημένη, τους δικούς μου νιους και νιες, που τους θέρισαν οι σφαίρες, που τους έσφαξε το κρύο, που τους ρήμαξε η αρρώστια κι η οδύνη, ξεχωρίζω τρεις ψυχές μικρών αγίων, για να πω τη μεγάλη τους, αφάνταστη ιστορία. Θα την πω στην κυρία που ανίδεη δεν ξέρει τίνος χέρι εμάτωσε στ’ αγκάθια για να της κόψει της λευτεριάς το ρόδο, στην κοπέλα του χωριού που τώρα ξεκουράζεται σαν έφυγε ο βραχνάς, στο μαθητή που πρέπει να βυζάξει της θυσίας το γάλα, στο στρατιώτη, να πιστέψει πως αξίζει να χει πίστες και ιδέες, σ’ όποιον έχει μαρτυρήσει μέσ’ τον πόνο, για να νιώσει πως ασυντρόφιαστος δεν είναι. Θα την πω σ’ όλους τους σκλάβους, που έχουν χρέος να νικήσουν τη σκλαβιά τους.
Πώς να το πω; Δεν το χωρεί καλά καλά ο νους τ’ ανθρώπου. Μόλις κι αγγίζει το η καρδιά μας. Κι όχι η καρδιά μας η μικρή, εμέ και σένα και τ’ αλλού και του καθένα. Η καρδιά μας ολωνών κι εμάς που ζούμε σήμερο, σαν πήγαμε ζωντανοί στην κόλαση τούτα τα χρόνια,η καρδιά μας του ’66 με τ’ Αρκάδι, και του ’21 με την επανάσταση, του’70 με το Μόσκοβο και το Δασκαλογιάννη, του 1570 και του 1340 με τους Καντανολέους και τους Ψαρομήλιγγους, η καρδιά μας του 825 με τους Άραβες, που σπείρανε τις πολιτείες μας σακιά τ’ αλάτι. Μια καρδιά χωρίς αρχή χωρίς τέλος, μια καρδιά στοιχειωμένη κι’ ακατάλυτη. Κοραλλόδεντρο μέσα στης μοίρας μας τον ωκεανό. Η ρίζα του δεν φαίνεται και στους κλώνους του κοιμήθηκαν οι αιώνες. Μεγαλώνει και θεριεύει και με τα χίλια μύρια τα κλαδάκια του και τα λουλουδάκια του η καρδιά μας είναι. Όλες μας οι καρδιές και μένα και σε και τ’ αλλουνού και καθενούς βλαστοί κι ανθοί της ίδιας ρίζας. Και του γέρου και της γυναίκας και του μωρού και του αγωνιστή και του καπετάνιου. Όταν θα ‘ρθει η στιγμή ν’ αποκριθεί στη μοίρα την κακή και την ώρα τη μεγάλη, με το στόμα, το φτωχό, τ ’αδύναμο, το ένα, οι αιώνες της φυλής μας θα απολογηθούνε. Πώς αλλιώς να το χωρέσει ο νους του ανθρώπου; Η καρδιά μας θα το πει η καρδιά μας θα το νιώσει.
Η καρδιά τριών μικρών, η καρδιά της φυλής όλης, βάσταξε μέσα στα κορμάκια τους τους πόνους της θυσίας ετούτης.
Εκεί στη Βιάννο, σ’ ένα μικρό χωριό, όμορφο σαν όλα τ’ άλλα, πασίχαρο και στολισμένο, μέσα στους βασιλικούς τους σγουρούς, τους πλατύφυλλους, τους βαρσαμάτους, τους κατσοπρινόφυλλους ,τους άσπρους , τους κόκκινους που σε μεθεί η γλυκάδα της αναπνοής τους, απλωμένους σαν αχτινωτό στεφάνι μέσα στο μεγάλο πιάτο, θ’ αποθέσει ο παπάς τον Τίμιο Σταυρό, σαν θα τον εύρει. Θα ψάχνει στη μέση της εκκλησίας, σκύβοντας σιγά σιγά με τους βασιλικούς ακουμπισμένους στο μέτωπο. Οι ψαλτάδες θ’ ανεβοκατεβαίνουνε τις γλυκιές σκάλες των σαράντα «Κύριε ελέησον» κι εκείνος σε καθένα τους θα σκύβει, θα σκύβει, θα σκύβει, και θα ψάχνει, ώσπου να τ’ αξιωθεί «να βρει τον Τίμιο Σταυρό» σαν την Αγία Ελένη και να τον υψώσει, μέσα στους βασιλικούς τους αγιασμένους.
Πρόφτασαν άραγε να τον βρουν εκείνη την ημέρα; Τονε βρήκαν το σταυρό κι ο παπάς κι οι λαϊκοί κι οι άντρες κι οι γυναίκες και οι πανηγυριώτες και τα μωρά, τονε βρήκε όλη η Βιάννος και την κάρφωσαν απάνω….
Να φορούσαν τα καλά τους και τα τρία μικρά αδέρφια, σταυρώσιμη μέρα ως ήταν; Ν’ ανεβήκανε μ’ αυτά στο Γολγοθά τους; Και λες να είχαν και σκολιάτικα να βάλουν; Και ποιος είχε και χαρά να στολιστεί και ν’ αλλάξει; Μα το καλεί τόσες φορές η ώρα και τα παιδιά γι αυτό τις περιμένουνε τις σκόλες και τις εορτές.
Άξαφνα όμως ήρθε το κακό κι οι άντρες πιάσανε τα διάπαντα. Ως ζητά ο καλός λαγωνιάρης σκύλος το κυνήγι, έτσι ζητούσανε κι οι Γερμανοί, οι Γερμανοί του ’43, τους άντρες , τις γυναίκες , τους ανθρώπους. Και τους έβαζαν στη σειρά και τους γάζωναν με το πολυβόλο. Απομεθούσανε με το κακάρισμά τους και με το αίμα.
Μα πού ‘ναι ο Βερβελάκης; Όταν σε τρελλάνει η φρίκη κι ο θάνατος απλώνει σαν χταπόδι τους απλοκαμούς του και σε φουρκίζει, αν έμεινε κάποιο αίμα μέσα σου που δεν έπηξε, θα φύγεις να κρυφτής! Στη Συκιά! Στη Συκιά που ‘ναι κοντά , που ‘ναι δασά. Στα παχιά της φύλλα τα πυκνά που κάνουνε σκοταδερό ίσκιο μέσαθέ τους κρύβεται ο δύστυχος. Έξι παιδιά και μια γυναίκα περιμένουν απ’ αυτόν. Στ’ όνομά Σου , Θε μου!
Κι έτσι ο πατέρας δεν είναι στο σπίτι. Κρυμμένος στη Συκιά τους βλέπει να ψάχνουν κι άμποτε να μην τον δούνε. Ας φυσούσε λίγος άνεμος να χτυπούν τα φύλλα, μην ακούσουν την καρδιά του. Όχι ας μη φυσήξει μην τον δουν καμιά ώρα.
Τα πιο μικρά παιδιά του δεν επρόφτασαν. Ξέρουν από δώδεκα χρονώ ως πέντε τι αξίζει η ζωή: Κι οι Γερμανοί τα πιάσανε.
-Πού πατέρας;
Όσες φορές κι αν τα ρωτήσουν κανένα στοματάκι δε θ’ ανοίξει. Ούτε τη συκιά κοιτάζουν. Πεισματάρικα σωπαίνουν. Ούτε η Βαγγελιό, ούτε τ’ Αννάκι, ούτε ο αδερφούλης τους δε θα το πούνε.
Το νιώθουνε τώρα το φοβερό που τους περιμένει όλους. Η λαχτάρα τους, το χτυποκάρδι τους, να μην κατεβή ο πατέρας.
Αυτόν τον επέτρωσε η Μέδουσα. Να πέτρωνε και την καρδιά του, να του κούφαινε τ’ αυτιά. Καταπιόθηκε κι εκείνη η γλώσσα, δε μπορεί να φωνάξει, δε μπορεί να μιλήσει. Τρία παιδιά έχει ακόμα και τη γυναίκα του κι αυτά δεν τάπιασαν…
Κι άλλοι καμιά τριανταριά έχουν κρυφτεί γύρω τριγύρω…
-Πού πατέρας;
Η ψυχή της φυλής αγωνίζεται ολόκληρη σε κείνα τα παιδιάστικα κορμάκια, όλης της Βιάννος η αγάπη η συγγενική, όλη της η οικογενειακή στοργή μαζεύτηκε σ’ εκείνα τα στήθη κι έκανε φωτιά το αίμα τους και τη θέλησή τους ατσάλι.
Η αντίσταση κι ο αγώνας χιλιάδων χρόνων, καμωμένων από αμέτρητα μερονύχτια κι από εκατομμύρια πικρές ώρες σκλαβιάς, κάνει σίδερο την καρδούλα τους, που ιστορία δεν ξέρει, γιατί ιστορία είν’ αυτή, γιατί η ιστορία η ζωντανή της δράσης είναι μέσα μας ένστιχτο πια, δεν είναι γνώση.
Τα κορμάκια τους λες και μετουσιώνονται σε κύτταρα ηθικά για να αισθάνουνται το χρέος της άρνησης και της αντίστασης σ’ αυτά τα τέκνα της κόλασης. Τεντωμένα, πεισμωμένα , χωρίς φόβο.
Δεν είναι τίποτα να σε ρωτούν οι λυσασμένοι αυτοί αστακοί, να σε κρατούν να μη φύγεις. Δεν είναι τίποτα. Μόνο που φρένιασαν με την «ανηξεριά» και τη σιωπή. Μόνο που βάλθηκαν να τους περάσει αυτωνών. Όχι θα τους κάμουν μπαίγνια τα νιάνιαρα τούτα των παλιοκρητικών !
Πού είσαι η ιερή εξέταση να σε ντροπιάσουν; Τα νύχια πρώτα. Αν ο πόνος φέρνει τις φωνές και τα κλάματα, τι καλά δεν θα μπορούν να μιλούν απ’ την οδύνη, θα κλαίνε και δε θα πούνε τίποτα, θα κλαίνε και δε θα μπορούν να πούνε τίποτα. Το είπανε το όχι τους , άλλο δεν έχει!
Πήγαν τα νυχάκια, πήγαν και τα δαχτυλάκια, λίγο και λίγο, τα χεράκια, τα μπρατσάκια.
-Συμπαθήστε με! Δε θα τα μαρτυρήσω άλλη μια φορά τα τρία Βερβελάκια, δε βαστάμε πια ως το τέλος . Καταλάβατε και φτάνει.
Κι ύστερα…αχ , δεν μπορώ, καλοί μου, άλλο….
……………………………………………………………………………………………………..
Αυτά όμως μπόρεσαν να σιωπήσουν και να πεθάνουν.

Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

ΑΓΙΟΣ ΤΙΤΟΣ


Φωτογραφία της Liana Starida.


















Από την Λιάνα Σταρίδα


Βρίσκεται στην οδό 25ης Αυγούστου δίπλα στην ενετική οπλοθήκη και τη Loggia. Υπήρξε ο μητροπολιτικός ναός του Χάνδακα κατά τη β' βυζαντινή περίοδο. Κατά την περίοδο της ενετικής κυριαρχίας, έγινε ο μητροπολιτικός ναός των Βενετών. 
Ο Άγιος Τίτος εμφανίζεται στους καταλόγους IV 92, V 122, VI (Werdmüller) 21 ως S. Tito και VII (Coronelli) 86 ως Camere dell’ Armamento con Loggia.
Για την αρχαιότερη ιστορία του ναού έχουμε ελάχιστες πληροφορίες.
Μετά την περίοδο της Αραβοκρατίας και ύστερα από την ανάκτηση της Κρήτης το 961 από τον Νικηφόρο Φωκά, αποκαταστάθηκε η Εκκλησία της Κρήτης. Η έδρα της επισκοπής μεταφέρθηκε από τη Γόρτυνα στον Χάνδακα που έγινε η πρωτεύουσα του νησιού. Τότε πρέπει να κτίστηκε η εκκλησία, που αφιερώθηκε στον Ισαπόστολο Τίτο, για να συνεχιστεί η θρησκευτική παράδοση μετά την καταστροφή της Γόρτυνας και του πρώτου ναού του Αγίου Τίτου. Οι αναφορές από την περίοδο της Ενετοκρατίας και οι απεικονίσεις του ναού δεν καθορίζουν ούτε τον χρόνο της ανοικοδόμησης του, ούτε δίνουν ακριβή στοιχεία για τον αρχικό του αρχιτεκτονικό τύπο. Όπως γράφει ο Cornelius: είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν κτίστηκε από τους Ενετούς, αφενός επειδή, αν χτιζόταν από εκείνους, θα υπήρχε σχετική μαρτυρία στις πηγές, όπως υπάρχει για τον ναό του Αγίου Μάρκου και αφετέρου, εάν κτιζόταν από Λατίνους, δεν θα αφιερωνόταν στον Άγιο Τίτο αλλά σε κάποιον άλλον Λατίνο άγιο. Μετά την εγκατάσταση των Ενετών στην Κρήτη, το Βατικανό έδιωξε τον μητροπολίτη Κρήτης και τους επισκόπους και εγκατέστησε Λατίνους αρχιεπίσκοπο και επισκόπους. Οι Ενετοί ήθελαν να φαίνεται ότι συνεχίζουν την εκκλησιαστική παράδοση της Κρήτης και κάποτε επέτρεπαν στους ορθόδοξους ιερείς να λειτουργούν με το τυπικό της ανατολικής Εκκλησίας.
Η ορθόδοξη μητρόπολη του Αγίου Τίτου φαίνεται ολοκάθαρα στο σχέδιο του Buondelmonti του 1415, έτσι όπως ίσως ήταν και στη β΄ βυζαντινή περίοδο. Σε αυτή την εκκλησία μάλλον λειτουργούσαν τόσο ο ορθόδοξος μητροπολίτης Ηλίας όσο και ο τελευταίος μητροπολίτης Κρήτης Νικόλαος.
Ο ναός έπαθε μεγάλες καταστροφές από σεισμό και ανακαινίστηκε στα μέσα του 15ου αι., το 1446, από τον Λατίνο αρχιεπίσκοπο Φαντίνο Ντάντολο. Στον μεγάλο βωμό τοποθετήθηκαν η Τίμια Κάρα του αγίου Τίτου, το λείψανο του αγίου Στεφάνου, του αγίου Μαρτίνου και της αγίας Φωτεινής (ή αγίας Λουκίας). Επίσης, παρέμειναν η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Μεσοπαντίτισσας και άλλα λείψανα και κειμήλια που είχαν διασώσει χριστιανοί από τον ναό της Γόρτυνας. Τα κειμήλια αυτά, λίγο πριν την παράδοση του Χάνδακα στους Οθωμανούς, μεταφέρθηκαν στη Βενετία, στον ναό του Αγίου Μάρκου και της Σωτηρίας (della Salute) αντίστοιχα. Κατά τον σεισμό του 1508, έπαθε σοβαρές ζημιές, χωρίς ωστόσο να χάσει την αρχική του μεγαλοπρέπεια. Μια τυχαία πυρκαγιά τον Απρίλιο του 1544 προξένησε μεγάλες καταστροφές στην εκκλησία, από τις οποίες όμως γλύτωσαν τα άγια λείψανα που φυλάσσονταν εκεί.
Το 1557, ο Άγιος Τίτος ξανακτίστηκε από τα θεμέλια και έγινε η αρχαιότατη βασιλική ωραιότατη (pulcherrima et vetusti operas basilica), όπως αναφέρει ο περιηγητής Kootwyck.
Από το 1535 μέχρι την καταστροφή του ναού από πυρκαγιά το 1544, ο Φραγκίσκος Λεονταρίτης, σε ηλικία 17 χρόνων ή λίγο μεγαλύτερος, αναφέρεται ως κληρικός και οργανίστας στον ναό του Αγίου Τίτου, όπου υπήρχε εκκλησιαστικό όργανο, στον ίδιο ναό όπου ιερουργούσε και ο πατέρας του. Η μουσική παιδεία του φαίνεται, λοιπόν, ότι αποκτήθηκε στον Χάνδακα. Το ανήσυχο πνεύμα του Λεονταρίτη και η ταραχώδης ζωή του τον οδήγησαν στην Κρεμόνα και ξανά στη Βενετία στα 1566. Θέλοντας να ξαναβρεί τη γαλήνη και την ηρεμία, επέστρεψε είκοσι χρόνια αργότερα στην πόλη του, βρήκε ζωντανή τη μητέρα του και ανέκτησε τον βαθμό της ιεροσύνης του. Εκλέχθηκε και πάλι Κανονικός του καθεδρικού ναού του Αγίου Τίτου, εξασκώντας παράλληλα τις μουσικές του δραστηριότητες. Ο Φραγκίσκος Λεονταρίτης παύει να μνημονεύεται στις πηγές από τις αρχές του 1572, κάτι που υποδηλώνει ότι πέθανε εκείνη ή την επόμενη χρονιά, σε ηλικία 54 περίπου χρόνων.
 Για τα ιερά σκεύη, με τα οποία ήταν εφοδιασμένη η εκκλησία την εποχή του Κρητικού Πολέμου, έχουμε αρκετές πληροφορίες, ώστε να συμπεράνουμε ότι, αν και μητροπολιτικός ναός, ο πλούτος του κάθε άλλο παρά εξαιρετικός ήταν.
Για την αρχιτεκτονική μορφή της εκκλησίας από τον 16ο αι. και μετά δεν μπορούμε να σχηματίσουμε σαφή εικόνα από τα σχεδιαγράμματα και τους χάρτες μια και τα περισσότερα είναι ή πάρα πολύ μικρά και απλά σχεδιάσματα ή υπερβολικά ανακριβή και φανταστικά. Από τις πιο αξιοπρόσεκτες απόψεις του Κλόντζα και του Κορνέρ αλλά και από τον χάρτη του Werdmüller συνάγουμε ότι πιθανότατα είχε σχήμα βασιλικής και το κωδωνοστάσιο, που ήταν στεγασμένο με θόλο, βρισκόταν κολλημένο στη νοτιοδυτική γωνία του ναού. Όπως αναφέρει ο Gerola το 1918: η σημερινή κεντρική πόρτα είναι η αρχαία και φέρει επάνω της μία επιγραφή και ένα τόξο που υποβαστάζεται από δύο μικρούς κίονες.
Προς τιμή της Παναγίας της Μεσοπαντίτισσας υπήρχε ειδικό παρεκκλήσι μέσα στον ναό, όπου ήταν τοποθετημένη η θαυματουργή εικόνα, γι’ αυτό και ονομαζόταν και Παναγία του Αγίου Τίτου. Αυτό το παρεκκλήσι ήταν το σημαντικότερο της εκκλησίας και διακοσμημένο με πλήθος ζωγραφικών παραστάσεων. Στις 4/5/1573 ο επίσκοπος Σητείας και Ιεράπετρας, τοποτηρητής του Αρχιεπισκόπου Κρήτης, ανέθεσε στον ζωγράφο Μάρκο Χαλκιόπουλο να ζωγραφίσει δύο μεγάλων διαστάσεων θρησκευτικές παραστάσεις μέσα στο παρεκκλήσι της Παναγίας, τη Γέννηση του Χριστού και τη Στέψη της Θεοτόκου.
 Μέσα στην εκκλησία έδρευε η αδελφότητα του Αγγέλου Φύλακα που ιδρύθηκε την περίοδο του Κρητικού Πολέμου. Η αδελφότητα αναφέρεται στην έκθεση του αρχιεπισκοπικού βικαρίου και αργότερα αρχιεπισκόπου της πόλης Francesco Zeno ο οποίος, περιγράφοντας τον μητροπολιτικό ναό, ανέφερε ότι: στα ήδη υπάρχοντα πέντε αλτάρια του ναού προστέθηκαν άλλα δύο, ένα από τα οποία αφιερώθηκε στον Άγγελο Φύλακα και ότι προς τιμήν του ιδρύθηκε αδελφότητα.
 Την παραμονή της εορτής του Αγίου Τίτου στον εσπερινό, γινόταν μέσα στην εκκλησία το Πολυχρόνιο ή η Φήμη (Laudo) του Πάπα και του αρχιεπισκόπου του Χάνδακα, παρουσία των βενετικών αρχών, του ορθόδοξου και λατινικού κλήρου και η ίδια τελετή επαναλαμβανόταν ανήμερα της γιορτής. Ιδιαίτερης τιμής απολάμβανε όποιος κρατούσε τη λαμπάδα του αρχιεπισκόπου στο Laudo, όπως προκύπτει από σχετική διαμάχη που αναφέρεται στα ενετικά έγγραφα. Η γιορτή του Αγίου Τίτου θεωρείτο μεγάλο γεγονός και συνοδευόταν με λιτανεία προς τον Άγιο Μάρκο όπου ψελνόταν ξανά το Laudo.
 Κατά την περίοδο της πολιορκίας του Χάνδακα, την εκκλησία περιγράφει ο Τζουάνες Παπαδόπουλος: Ο καθεδρικός ναός αφιερωμένος στον Άγιο Τίτο ήταν πολύ παλιό οικοδόμημα, σκοτεινό και με λίγα αλτάρια και ένα αρκετά μεγάλο καμπαναριό με ψηλή κωνική στέγη και καλές καμπάνες. Στον Άγιο Τίτο βρισκόταν το αλτάρι της παλαιότατης εικόνας της Παναγίας που ονομαζόταν Κυρά Μεσοπαντίτισσα. Κάθε Τρίτη τη λιτάνευαν τοποθετημένη μόνη της μέσα σε θήκη και τη συνόδευαν έξι παπάδες ορθόδοξοι με τον πρωτοπαπά πηγαίνοντάς την σε διάφορες ορθόδοξες εκκλησίες. Όταν τέλειωναν οι λειτουργίες στις εκκλησίες που πήγαιναν, πήγαιναν εν πομπή κάτω από το προστώο του ναού του Αγίου Μάρκου.
Από την Eva Tea πληροφορούμαστε ότι: ο Μητροπολιτικός ναός του Αγίου Τίτου θυμίζει στον ταξιδιώτη την εξορία του. Γύρω από την θαυματουργή εικόνα της Μεσοπαντίτισσας, της γεμάτης από αναθήματα Λατίνων και Ορθοδόξων, μαζευόταν ανάμεικτος όχλος από ανατολίτες οι οποίοι επαναλάμβαναν τις σκηνές του ναού της Ιερουσαλήμ όπου στις μεγάλες γιορτές δε δίσταζαν να βάζουν ακόμα και τα κρεβάτια τους μέχρι τον βωμό της Θεοτόκου. Ο ναός αντηχεί και κατά τις ώρες της λειτουργίας από τους διαλόγους, τον θόρυβο και τις κραυγές των δικολάβων λόγω των αιωνίων δικών για τις εφημερίες, τις δεκάτες και τις μισθώσεις που προκαλούσε η σύγχυση του κτηματολογίου. Η διπλανή αρχιεπισκοπή με τα δικαστήρια, τους συμβολαιογράφους, τους ιερείς, τους παπάδες και το στίφος των παρασίτων έδινε την εντύπωση μάλλον παζαριού παρά οίκου του Θεού.
Αμέσως μετά την παράδοση του Χάνδακα και την εγκατάσταση των Οθωμανών, ο ναός παραχωρήθηκε στον Φαζίλ Αχμέτ Κιοπρουλή και μετατράπηκε σε τζαμί, το Βεζίρ Τζαμί (Fazil Achmet Pascia o Visir).
Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, η Εκκλησία της Κρήτης επισκεύασε κατάλληλα τον ναό και το 1925 αφιερώθηκε και πάλι στον Απόστολο Τίτο.
 Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Άγιος Τίτος έπαθε σοβαρές ζημιές καθώς μία βόμβα τρύπησε τη στέγη του νάρθηκα λίγο δεξιότερα της εισόδου. Σχηματίστηκε έτσι, μέσα στον ναό, ένας λόφος από ερείπια και παντός είδους συντρίμμια. Για να μπει κανείς στο εσωτερικό του, έπρεπε να περάσει από αυτό το χάλασμα, ενώ τμήματα από σπασμένους σοβάδες έπεφταν στα δάπεδα του ναού. Τα στηθαία του γυναικωνίτη και το εικονοστάσιο καταστράφηκαν, το καταπέτασμα της Ωραίας Πύλης διαλύθηκε, τα δωδεκάορτα έφυγαν από τη θέση τους και έσπασαν στα δυο, ενώ όλοι οι πολυέλαιοι και τα παράθυρα καταστράφηκαν. Τα μάρμαρα των παραστάδων της θύρας του νάρθηκα και η ενεπίγραφη πλάκα πάνω από αυτήν έπαθαν, επίσης, μεγάλες ζημιές. Επιπλέον, επιτάχθηκε από τη Νομαρχία για να χρησιμοποιηθεί ως αποθήκη σίτου. Η επίταξη έγινε το Φεβρουάριο του 1943 και έληξε τον Μάρτιο του 1944. Σε όλο αυτό το διάστημα που ο ναός χρησιμοποιείτο ως σιταποθήκη, οι ιερείς του Αγίου Τίτου λειτουργούσαν στον Άγιο Μηνά και στον Άγιο Δημήτριο. Στον μικρό κήπο πίσω από το ιερό βήμα, που χρησιμοποιήθηκε ως κοιμητήριο κατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης, τάφηκαν οι αξιωματικοί Ι. Τζουλάκης και Ι. Μαρινέλλης καθώς και άλλοι στρατιωτικοί και ιδιώτες.
 Στις 15 Μαΐου του 1966 το ελληνικό αντιτορπιλικό Δόξα μετέφερε την Τίμια Κάρα του Αγίου Τίτου μέσα σε χρυσοποίκιλτη λειψανοθήκη, παρουσία 100.000 και πλέον πιστών, στην εκκλησία του. Η ιστορία ξεκίνησε το 1957, όταν ο Πάπας Ιωάννης ΙΓ΄ σε απάντηση επιστολής του τότε μητροπολίτη Κρήτης Ευγένιου του απέστειλε φωτογραφία της Κάρας του Αγίου Τίτου και αντίγραφο της εικόνας της Μεσοπαντίτισσας. Τον Ιούλιο του 1964, ομάδα κληρικών και λαϊκών πήγε στη Βενετία και με αυτή την ευκαιρία ο Ευγένιος, με προσωπική του επιστολή προς τον Πατριάρχη Ιωάννη Ουρμπάνι, ζήτησε την έγκριση να προσκυνήσουν το λείψανο του πρώτου επισκόπου Κρήτης. Ο Ουρμπάνι τον παρέπεμψε στην Αγία Έδρα. Παράλληλα, η απόδοση της Κάρας του Αποστόλου Ανδρέα στην Πάτρα, οδήγησε τον Ευγένιο να ανακινήσει τη θέμα της ανακομιδής, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτό το αίτημά του τον Μάρτιο του 1965. Κατά την ανακομιδή, ήταν τόσος ο κόσμος, ώστε χρειάστηκε πάνω από μια ώρα για να φτάσει η πομπή από το λιμάνι στον ναό του Αγίου Τίτου. Έκτοτε, φυλάσσεται σε ειδικό παρεκκλήσι, στον νάρθηκα του ναού.
Το 1983 έγινε η διαμόρφωση της πλατείας του Αγίου Τίτου με πλακόστρωση που υπάρχει μέχρι σήμερα. Η βάση του μιναρέ του Αγίου Τίτου βρέθηκε κατά τη διάνοιξη των θεμελίων της αποθήκης του ναού. Δεν βρέθηκαν υπολείμματα του παλαιού ναού, αν και η εκσκαφή προχώρησε σε βάθος 4μ.
Αρχιτεκτονικά, η εκκλησία είχε σχήμα βασιλικής, σχεδόν τετράγωνο, με τρούλο στη μέση. Το κωδωνοστάσιο ήταν στη νοτιοδυτική γωνία του ναού, όπου αργότερα κτίστηκε ο μιναρές και το νεότερο κωδωνοστάσιο που, επίσης, κατεδαφίστηκε τη δεκαετία του 1970. Ο ναός δεν είχε κόγχες και ήταν προσανατολισμένος ανατολικά, στεγασμένος με ενιαία στέγη. Δύο τοξοστοιχίες χώριζαν το εσωτερικό του σε τρία κλίτη. Στη δυτική του πρόσοψη είχε τρεις πόρτες, όπως φαίνεται σε σχέδιο του Γεωργίου Κλόντζα. Όπως αναφέρει ο Gerola: ήταν μια ωραιότατη και παλιά βασιλική, θαυμαστή για τα μεγάλο πλάτος και ύψος της και τις αμέτρητες κολώνες της που ήταν από λογής λογής σπάνια μάρμαρα και καθώς ήταν στολισμένη με θυρεούς δοξασμένων ανδρών και με άγιες τράπεζες και παρεκκλήσια φαινόταν ότι θα έμενε παντοτινό κόσμημα της πολιτείας.
 Ο ναός καταστράφηκε τον Απρίλιο του 1544 από πυρκαγιά, από την οποία ευτυχώς διασώθηκαν όλα τα ιερά λείψανα και κειμήλια του ναού, μεταξύ των οποίων και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Μεσοπαντίτισσας, και στη θέση του κτίστηκε το 1557 μεγάλος ναός του ίδιου ρυθμού με τον προηγούμενο και εξίσου μεγαλοπρεπής. Ήταν τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, με υπερυψωμένο το κεντρικό κλίτος, με τρεις πύλες στη δυτική όψη, από τις οποίες η μεσαία ήταν η υψηλότερη με ημικυκλικό υπέρθυρο. Στη νότια και τη βόρεια πλευρά είχε από μία είσοδο. Στη συνέχεια της νοτιοδυτικής γωνίας του ναού υπήρχε πύργος κωδωνοστασίου που κατέληγε σε τρούλο. Αυτή η απεικόνιση εμφανίζεται στον χάρτη του Γεωργίου Κλόντζα το 1590. Τον Απρίλιο του 1550, ο καθολικός αρχιεπίσκοπος του Χάνδακα ανέθεσε σε παρισινό τεχνίτη να πελεκήσει από πέτρα Τυλίσου τον ρόδακα του κυκλικού φωταγωγού στην κύρια πρόσοψη του ναού. Ίσως η ανάθεση αυτή σχετίζεται με τις ζημιές που είχε προκαλέσει στο μνημείο η πυρκαγιά.
Στον περίβολο του ναού έθαβαν τους αρχιεπισκόπους, τους κατεπάνω και τους στρατηγούς της βυζαντινής περιόδου. Το έθιμο διατηρήθηκε και την Ενετοκρατία αλλά και κατά την οθωμανική περίοδο.
Η εικονογράφηση του ναού είναι έργο του Ηρακλειώτη αυτοδίδακτου ζωγράφου Ευάγγελου Μαρκογιαννάκη.
Κατά τις αναστηλωτικές εργασίες των αρχών της δεκαετίας του 1990, αποκαλύφθηκε μισοκατεστραμμένο τμήμα του αρχικού πλακόστρωτου δαπέδου, από τετράγωνες πλάκες γκρι μαρμάρου. Από τα στοιχεία που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα και αποκαλύφθηκαν κατά τις εργασίες, διαπιστώθηκε ότι στο εσωτερικό του γυναικωνίτη υπήρχε γραπτή διακόσμηση με φυτικά θέματα, σύμβολα και επιγραφές από το κοράνι, που όμως καταστράφηκαν εντελώς το 1924 κατά τη μετατροπή του τεμένους σε ορθόδοξο ναό.
Κατά τον σεισμό του 1970, ο Άγιος Τίτος έπαθε μεγάλες ζημιές, με κίνδυνο την κατάρρευση τμημάτων του ναού. Οι εργασίες αποκατάστασης ξεκίνησαν το 1971 και τότε κατεδαφίστηκε το τσιμεντένιο κωδωνοστάσιο που είχε προστεθεί στη νοτιοδυτική γωνία του ναού.
Ο σημερινός ναός είναι οικοδόμημα τετράγωνης κάτοψης με νάρθηκα και ημισφαιρικό τρούλο που στηρίζεται σε τέσσερις πεσσούς. Οι εξωτερικές όψεις του, επενδυμένες με λαξευτούς πωρόλιθους, είναι διαμορφωμένες σε πέντε κάθετα διάχωρα μέσα στα οποία διατάσσονται τα ιδιαίτερα επιμελημένα και διακοσμημένα ανοίγματα.
Ο ΑΓΙΟΣ ΤΙΤΟΣ ΩΣ ΤΕΜΕΝΟΣ ΒΕΖΙΡ
Sadrazam Ahmed Pașa Kȍprűlű Camii (Τέμενος Βεζίρ, Άγιος Τίτος)
Η εκκλησία του Αγίου Τίτου υπέστη εκτεταμένες μετατροπές προκειμένου να λειτουργήσει ως τέμενος. Σύμφωνα με την περιγραφή του Τσελεμπί, στην ανατολική πλευρά καθαιρέθηκε η κόγχη του ιερού και στη θέση της ανοίχτηκαν τρεις πόρτες. Μπροστά από αυτές διαμορφώθηκε ένα πρόθυρο που στηριζόταν σε λεπτούς στύλους και είχε στέγη καλυμμένη με μολύβι. Στη νότια πλευρά προστέθηκαν τέσσερις θόλοι, για να διαμορφωθεί ο χώρος του μιχράμπ. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε ένα κεντρικό κλίτος και ο ναός έγινε τετράγωνος, όπως δείχνει ο χάρτης του αγγλικού ναυαρχείου του 1843.
Όπως το περιγράφει ο Τσελεμπί: αυτό το τζαμί έχει πάντοτε πολλούς πιστούς γιατί βρίσκεται κοντά στην αγορά και το παζάρι. Το μήκος και το πλάτος του είναι από 80 πόδια. Πάνω από το μιχράμπ βρίσκεται ένας τρουλίσκος που στηρίζεται σε τέσσερις κολώνες. Πάνω από το παλιό κτίσμα με την οροφή από κυπαρισσόξυλα, είναι μολυβοσκέπαστο. Το μιχράμπ και ο άμβωνας είναι στολισμένα από κρύσταλλα και μουράνο. Το τζαμί λούζεται από το φως. Από την μπροστινή πλευρά του μιχράμπ περνά μια πλατειά λεωφόρος. Στα ανατολικά βρίσκεται ένας κήπος του Ιρέμ. Τρείς πύλες έχει το τζαμί, η μία είναι μικρή, η μεσαία η μεγάλη αποτελείται από τρεις πόρτες και η τρίτη ανοίγει προς τα ανατολικά. Η πύλη που βρίσκεται προς τα αριστερά βλέπει στην αριστερή αυλή με τη στέρνα και το σιντριβάνι. Πάνω από το σιντριβάνι που είναι ένα έργο τέχνης, ο μηχανικός του έστησε ψηλό τρούλο πάνω σε έξι λεπτές μαρμάρινες κολώνες. Στα αριστερά του τζαμιού βρίσκεται η είσοδος για τους πιστούς που στηρίζεται σε δοκούς και έχει οροφή από σκαλιστό ξύλο. Στα δεξιά βρίσκεται ένας καινούριος, ψηλός μιναρές που είναι ακριβό έργο τέχνης.
Στη νοτιοδυτική πλευρά του τεμένους κατασκευάστηκε ένας μεγάλος μιναρές, τον οποίο ο Τσελεμπί χαρακτηρίζει ως ωραιότερο του αυτοκρατορικού τζαμιού Χουγκιάρ (Άγιος Φραγκίσκος). Σύμφωνα με τα οθωμανικά αρχεία, ο μιναρές κατεδαφίστηκε το 1685 λόγω φθορών που προκλήθηκαν από την κακή ποιότητα των λίθων και του ασβέστη που είχαν χρησιμοποιηθεί και ξαναχτίστηκε από τα θεμέλια.
Ο μεγάλος σεισμός του 1856 κατέστρεψε εξ ολοκλήρου τον ναό που κτίστηκε πάλι από την αρχή, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αθανάσιου Μούση. Για την κατασκευή του ναού χρησιμοποιήθηκαν λίθοι και μάρμαρα από τον ερειπωμένο ναό του Αγίου Φραγκίσκου.
Το νέο μεγαλοπρεπές τέμενος εγκαινιάστηκε την ημέρα της εορτής της Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας, στις 24 Σεπτεμβρίου1871. Όπως αναφέρει ο Ξανθουδίδης: Το χαρίεν αυτό αρχιτεκτονικόν καλλιτέχνημα, που δεν υπήρξεν παρόμοιόν του εν Κρήτη, με τα πολλά παράθυρά του, με τα καμπυλωτά και τοξωτά περιγράμματά των, παρουσιάζει όψιν αραβικήν, όπως το βλέπομεν σήμερα. Ο πανύψηλος μιναρές του με τους δύο «σεριφέδες» του κατεδαφίστηκε, και τελευταία, ύστερα από την ανταλλαγή των πληθυσμών, η εκκλησία Κρήτης παρέλαβε τον ναό, τον επισκεύασε κατάλληλα και το 1925 καθιερώθηκε και πάλι, ύστερα από 256 χρόνια, στον Ισαπόστολο Τίτο.
Το νέο οικοδόμημα που σώζεται σήμερα είναι ένα εκλεκτικιστικό μνημείο, με διάφορα στοιχεία από τους ρυθμούς των μνημείων της Κωνσταντινούπολης, τετρακιόνιο με ημισφαιρικό τρούλο και νάρθηκα.
Στη νοτιοδυτική γωνία του νάρθηκα υψωνόταν ο μιναρές που είχε ύψος 10,63μ. Η έδραση του μιναρέ ήταν ενσωματωμένη αλλά και μορφολογικά ανεξάρτητη του ναού. Σύμφωνα με φωτογραφικό υλικό των αρχών του 20ού αι., η βάση του μιναρέ είχε κυκλική διατομή με δακτύλιο και ένα κοιλόκυρτο κλασικό κυμάτιο. Στον κορμό του υπήρχαν δύο κυκλικοί εξώστες με στηθαίο, διακοσμημένο ανά αποστάσεις με κιονίσκους και συνεχόμενα θωράκια. Το επίπεδο της έδρασης του κάθε εξώστη ήταν διακοσμημένο με τρία αλλεπάλληλα και διευρυνόμενα βαθμιδωτά προς τα πάνω κυμάτια σταλακτιτών. Ο μιναρές κατέληγε σε ημισφαιρικό τρουλίσκο με δύο κορωνίδες στην κορυφή που έφεραν την ημισέληνο. Τη βάση του τρουλίσκου πλαισίωνε λίθινο γείσο με διακοσμητικά θέματα. Ο κορμός του μιναρέ ήταν κατασκευασμένος με λαξευτούς πωρόλιθους κατά το ισόδομο σύστημα.
Έξω από τη βόρεια και νότια είσοδο του ναού υπήρχαν προστώα με τρίρριχτη επικλινή στέγη από κεραμίδια που στηριζόταν από τη μια πλευρά στον εξωτερικό τοίχο του κτιρίου και απ’ την άλλη σε δύο λεπτούς κίονες με ξύλινο διακοσμημένο επιστήλιο και γείσο. Η νότια είσοδος χρησίμευσε από το 1925 έως το 1956 ως κύρια είσοδος του ναού.
Οι όψεις του κτιρίου, που απηχούν ρυθμούς της οθωμανικής τέχνης αλλά και της βυζαντινής ναοδομίας, σχεδόν αντιγράφουν τις όψεις των οθωμανικών μαυσωλείων. Όλο το οικοδόμημα στο άνω μέρος κοσμείται περιμετρικά με κυμάτια από σταλακτίτες και προεξέχον γείσο, ενώ υπάρχει λιθόγλυπτη, διάτρητη επίστεψη που ακολουθεί τη διάσπαση των πλευρών του όγκου του κτιρίου.
Ο τρούλος είναι ένα πλήρες ημισφαίριο, το τύμπανο του οποίου διαμορφώνεται εξωτερικά ως οκταγωνικό και είναι επενδεδυμένο με πλάκες πωρόλιθου.
Ιδιαίτερο κατασκευαστικό στοιχείο που αποκαλύφθηκε κατά τις στερεωτικές εργασίες της δεκαετίας του 1990 είναι ότι όλο το πάνω μέρος του ναού, δηλαδή τα τόξα, οι θόλοι, ο τρουλίσκος, οι στέγες και ο τρούλος είναι κατασκευασμένα με μπαγδατί.
Εσωτερικά, το μιμπέρ που αφαιρέθηκε το 1965, βρισκόταν στην ανατολική πλευρά του βορειοδυτικού κεντρικού πεσσού του ναού και ήταν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο από μάρμαρο. Ο νάρθηκας και ο γυναικωνίτης αποτελούσαν ενιαίο χώρο. Στις δύο γωνίες του υπήρχαν δύο ξύλινες κλίμακες που οδηγούσαν στον γυναικωνίτη. Σήμερα υπάρχει μόνο η νοτιοδυτική σκάλα, κατασκευασμένη με σκυρόδεμα.
Μπροστά από το τέμενος χτίστηκε από τον Κιοπρουλή η πρώτη από τις φιλανθρωπικές κρήνες του Χάνδακα, αφιερωμένη στο όνομά του, και στη νοτιοδυτική πλευρά προς την Αρμέρια κατασκευάστηκε θολοσκέπαστη κρήνη καθαρμών εξαγωνικού σχήματος, που σωζόταν μέχρι τις αρχές του 20ού αι.